Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προβληματισμοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προβληματισμοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

15.1.08

ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΟΥ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟΥ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΣΥΛΛΟΓΟ ΣΑΝ ΤΟΝ ΣΕΜΟΔ

1. Η «προοπτική»

Στο ΣΕΜΟΔ υπάρχουν δυο βασικά άκρα αντιλήψεων που αναφέρονται στις εργασιακές συνθήκες των ΚΠΣ και μια πλειάδα ενδιάμεσων ατομικών απόψεων. Το ένα άκρο αντιλήψεων θεωρεί ότι είμαστε όλοι εργαζόμενοι ΙΔ και για αυτό θα πρέπει να αμειβόμαστε και να δουλεύουμε με όρους που ισχύουν στην αγορά εργασίας. Το άλλο άκρο θεωρεί ότι ουσιαστικά κάνουμε δουλειά δημοσίου υπαλλήλου όποτε άμεσος στόχος μας είναι να μοιάσουμε όσο το δυνατόν περισσότερο στο καθεστώς αμοιβών των ΔΥ (επιδόματα κλπ) και απώτερος, η πλήρης και κανονική ενσωμάτωση μας στη δημόσια διοίκηση με το καθεστώς του ΔΥ.

Παρόλο που αυτές οι απόψεις δεν έχουν συζητηθεί ποτέ ουσιαστικά στο πλαίσιο των διαδικασιών του συλλόγου, θα διακινδυνεύαμε να πούμε πως «τέμνονται» σε ένα κατά την γνώμη μας προβληματικό σημείο. Και οι δύο ευελπιστούν στη βελτίωση της κατάστασης μας μέσα από την ενσωμάτωση μας σε ένα, υποτίθεται, «δοκιμασμένο» καθεστώς και εκ προοιμίου ωφέλιμο για μας. Η πρώτη θεωρεί ότι οι όροι εργασίας και οι απολαβές που ισχύουν στον ιδιωτικό τομέα ταιριάζουν περισσότερο στο προφίλ των εργαζομένων της ΜΟΔ, ξεχνώντας ότι πολλοί συνάδελφοι δεν ξεκίνησαν την καριέρα τους στην εταιρία αλλά προέρχονται από τον καθαρά ιδιωτικό τομέα (τεχνικές εταιρίες και εταιρίες συμβούλων) στον οποίο οι συνθήκες δεν περιγράφονται και με τόσο ρόδινα χρώματα και γι αυτό άλλωστε και οι ίδιοι είδαν με ενδιαφέρον την προκήρυξη της ΜΟΔ. Από την άλλη, η θέση περί πλήρους ενσωμάτωσης στο δημόσιο τομέα προσπερνά μια σειρά από σοβαρά ζητήματα (ενιαίο μισθολόγιο, επιδοματική πολιτική πολλών ταχυτήτων, ασυμμετρία πολιτικής δύναμης μεταξύ υπουργείων και υπηρεσιών, υδροκέφαλη και αναποτελεσματική δημόσια διοίκηση, πελατειακό σύστημα διαπραγμάτευσης εργασιακών όρων, σημαντικές σχέσεις εξουσίασης μεταξύ πολιτικών και υπηρεσιακών προϊσταμένων και υπαλλήλων κλπ) αλλά κυρίως παραβλέπει το ισχυρό ενδεχόμενο η όποια ενσωμάτωση να γίνει μεν με τους όρους που επιθυμούμε αλλά να αφορά μια μικρή μειοψηφία συναδέλφων. Έτσι οι δύο φαινομενικά αντίθετες τοποθετήσεις οδηγούν τον σύλλογο στο ίδιο αδιέξοδο με διαφορετικό τρόπο. Η πρώτη με το να επικαλείται τον ιδιωτικό τομέα υπαινίσσεται ένα «αξιοκρατικό» σύστημα σύνδεσης απολαβών με αποδοτικότητα, μέθοδος που αν ίσχυε (γιατί στην πραγματικότητα δεν έχει υπάρξει ποτέ ένα αντικειμενικό σύστημα μέτρησης της αποδοτικότητας) θα απαιτούσε εφαρμογή σε ατομικές καριέρες και όχι στη συλλογική μοίρα μιας ομάδας εργαζομένων. Εκτός αυτού, δεν μπορεί να υπάρξει σύλλογος στη βάση ενός αθροίσματος ατομικών προσδοκιών, ούτε σε συστήματα πληρωμών με βάση εξατομικευμένες αποδόσεις. Ένα αγωνιστικό σωματείο επιδιώκει μισθούς στη βάση των αναγκών και όχι στη ποσοτικοποίηση του «παραγόμενου προϊόντος». Η δεύτερη αντίληψη, με το να δημιουργεί ιδιότυπα benchmarking με τα «προνόμια» και τα επιδόματα των ΔΥ, οδηγεί τον συνδικαλισμό σε έναν αυτοματισμό παραγωγής αιτημάτων (Να δούμε τι παίρνουν αυτοί για να το πάρουμε και εμείς) που μετατρέπουν το σωματείο σε ομάδα πίεσης, το κοινώς λεγόμενο λόμπι, με αιτήματα που όσο δίκαια και αν είναι, έχουν προδιαγεγραμμένη εξέλιξη.

Η άποψη της Αυτόνομης Παρέμβασης είναι ξεκάθαρη: Η κατάσταση μας δεν θα βελτιωθεί με την πλήρη ενσωμάτωση μας, είτε στις συνθήκες του ιδιωτικού τομέα, είτε στις εργασιακές σχέσεις του δημοσίου. Γιατί αφενός ιδιωτικός τομέας δεν υπάρχει ένας αλλά πολλοί με άλλες τόσες αγορές εργασίας και μάλιστα με ιδιαιτέρως αποκρουστικά χαρακτηριστικά ενώ επίσης δεν υπάρχει το κλασσικό δημόσιο που ξέραμε. Δεν μπορεί η βελτίωση των εργασιακών συνθηκών να επέλθει με την ένταξή μας σε κάτι που δεν υπάρχει (ο ιδιωτικός τομέας) έτσι όπως τουλάχιστόν το έχει εξιδανικεύσει η πρώτη άποψη, ούτε σε κάτι που συρρικνώνεται (ο στενός και ευρύτερος δημόσιος τομέας) και που κάποτε υπήρξε (τουλάχιστόν ο ευρύτερος δημόσιος τομέας) το πρωτεύον κομμάτι της αγοράς εργασίας. Αντίθετα, η θέση μας θα μπορούσε να βελτιωθεί εφόσον βρούμε πολιτικές απαντήσεις στα προβλήματα της δικής μας κατάστασης και όχι να προσπαθούμε να «διαφύγουμε» από τις συνέπειες της, «εισερχόμενοι» στην κατάσταση κάποιων άλλων.

Αλλά ποια είναι η κατάσταση μας και ποια τα πραγματικά της προβλήματα; Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 90 μέχρι σήμερα, ολόκληρο το πλέγμα των κυρίαρχων πολιτικών διαχείρισης της οικονομίας έχει αλλάξει προς αυτό το οποίο μπορεί να ονομαστεί ως « “Εξευρωπαϊσμένος” Μονεταρισμός». Μονεταρισμός γιατί προσδοκά τη διατήρηση του πληθωρισμού σε χαμηλά επίπεδα, σε ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς και σε αυξήσεις στους μισθούς του δημοσίου που δεν υπερβαίνουν τον πληθωρισμό. “Εξευρωπαϊσμένος” γιατί μέσα στην παραδοσιακή δημόσια διοίκηση παρεμβαίνουν πλέον τα ΚΠΣ και τα διαρθρωτικά ταμεία αντικαθιστώντας τις κλασσικές έννοιες της αναπτυξιακής πολιτικής με την σύγχρονη έννοια της σύγκλισης. Στο πλαίσιο αυτού του εξευρωπαϊσμένου μονεταρισμού αλλάζει και ο ρόλος του δημοσίου ως εργοδότη, όχι μόνο ποσοτικά περιορίζοντας τις προσλήψεις αλλά και ποιοτικά αντικαθιστώντας τις θέσεις των υπαλλήλων καριέρας με θέσεις ελαστικών μορφών εργασίας και συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου. Τα αποτελέσματα αυτού του νέου πλέγματος πολιτικών επί της οικονομίας και όσον αφορά ειδικότερα τις εργασιακές μας σχέσεις είναι τα εξής:

· Η έννοια της «ανταγωνιστικότητας» κατέστησε «αόρατες» τις έννοιες των παγίων και διαρκών αναγκών του δημοσίου. Αφού με τις παρεμβάσεις των διαρθρωτικών ταμείων επιτευχθεί η σύγκλιση θα είναι ο καιρός της ελεύθερης οικονομίας να κάτσει στη θέση του αυτόματου πιλότου της αναπτυξιακής πορείας. Αρά σε τι χρειάζονται οι έννοιες του πάγιου και του διαρκούς, όταν όλα θα είναι με δυναμικό τρόπο προσωρινά;

· Μπροστά στον κίνδυνο που εγκυμονούσαν οι δομικές αδυναμίες της ελληνικής δημόσιας διοίκησης αλλά και η ανυπαρξία επαρκούς και διαθέσιμου ανθρώπινου δυναμικού κάτω από τις εντολές του ιδιωτικού τομέα (γιατί πια ιδιωτική επιχείρηση θα διέθετε το προσωπικό της αποκλειστικά στη διαχείριση των ΚΠΣ έστω και με τις καλύτερες τιμές), επιλέχτηκε η λύση της ΜΟΔ που μόνο τυπικά ομοιάζει με outsourcing και υπενοικίαση εργαζομένων. Το ότι η επιλογή αυτή τυπικά είναι outsourcing ισχύει γιατί ουσιαστικά το δημόσιο δεν αγόρασε υπηρεσίες από κάποιον ιδιώτη αλλά πρόσφερε πιο ανταγωνιστικές απολαβές και συνθήκες εργασίας από τον ιδιωτικό τομέα και κέρδισε μια συγκεκριμένη ομάδα μισθωτής εργασίας με ειδικά επαγγελματικά και ηλικιακά χαρακτηριστικά. Εκτιμάμε ότι όσο μεγαλώνουν οι ανάγκες διαχείρισης αναπτυξιακών διαδικασιών, τόσο θα επιλέγονται λύσεις τύπου ΜΟΔ με όλα τα άλλα δεδομένα σταθερά. Όσο αυξάνονται οι ανάγκες του προγραμματισμού τόσο θα επιλέγεται ο καθαρός ιδιωτικός τομέας (εταιρίες, σύμβουλοι κλπ). Ο προγραμματισμός και κάποιες ρουτίνες του ελέγχου ως δραστηριότητες έχουν δοθεί στο outsourcing ενώ η διαχείριση και η παρακολούθηση τις εκτελεί το δημόσιο με τη μορφή των μεικτών διαχειριστικών.

· Η αυστηρή δημοσιονομική πολιτική επιτρέπει σχετικά υψηλούς μισθούς εισαγωγής σε συνθήκες εργασίας τύπου ΜΟΔ, όμως στο βάθος του χρόνου οι μισθοί αυτοί χάνουν με γρήγορους ρυθμούς την αγοραστική τους δύναμη.

· Το ίδιο συμβαίνει και με τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και δεξιότητες της απασχολούμενης εργατικής δύναμης. Την στιγμή της εισαγωγής βρίσκονται σε σχετικά υψηλά standarts, στην πορεία όμως εξανεμίζονται μέσα στην υπηρεσιακή ρουτίνα και καθημερινότητα. Γενικά η πολιτική των προσλήψεων στη βάση των ιδιωτικών συμβολαίων στηρίζεται στις αρχές του προσωπικού «μίας χρήσεως» και όχι στις αρχές της επαγγελματικής κατάρτισης που απαιτούν σταθερές και μακροχρόνιες εργασιακές σχέσεις.

· Η έννοια της εξέλιξης του βαθμού και της μετάταξης δεν υπάρχει, καθυστερώντας ακόμα περισσότερo τη μισθολογική εξέλιξη και επιτείνοντας τα φαινόμενα ρουτίνας και πλήξης.

· Η ποιότητα σχεδιασμού των ΚΠΣ επηρεάζει άμεσα τις εργασιακές μας συνθήκες αφού όλες οι αδυναμίες της δημόσιας διοίκησης, όλες οι ανεπάρκειες των τελικών δικαιούχων, όλες οι καθυστερήσεις στην απορρόφηση των πόρων, όλες οι αστοχίες του προγραμματισμού εκτονώνονται πάνω στα «σημεία» των θέσεων και αρμοδιοτήτων μας. Αποτελεί φαινόμενο των νέων δομών να κληρονομούν τις ανεπάρκειες που δεν επιλύθηκαν στο παρελθόν. Ορισμένες από αυτές τις ανεπάρκειες είναι ιδιαίτερα «διαβρωτικές» για τα «τοιχώματα» των διαχειριστικών. Χωρίς να θέλουμε να παίξουμε τον ρόλο της Κασσάνδρας, εκτιμάμε πως η 4η Προγραμματική Περίοδος θα αποτελέσει μνημείο «κακοτεχνίας» και αναποτελεσματικότητας, πέρα από τους επιλήψιμους πολιτικούς και ιδεολογικούς της στόχους που ήδη φάνηκαν στο σχέδιο νόμου. Πιστεύουμε ότι θα αποτελέσει μια «Προγραμματική Περίοδο» που θα την πληρώσουμε πολύ ακριβά ως εργαζόμενοι.

Πώς θα μπορούσαμε λοιπόν να απαντήσουμε, ως σύλλογος στις παραπάνω προκλήσεις;

2. Ο δημόσιος χαρακτήρας της ΜΟΔ ή η διάρκεια και η δομή των δραστηριοτήτων της;

Αποτελεί πλεονασμό που καλύπτει οραματικά κενά η επανάληψη φράσεων όπως «…η ισχυροποίηση του δημόσιου χαρακτήρα της ΜΟΔ…» Ο χαρακτήρας της ΜΟΔ είναι δημόσιος και αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει. Το ζήτημα είναι η εξασφάλιση της συνέχειας μέσα στο πλέγμα των πρακτικών της δημόσιας διοίκησης του συνόλου και της έκτασης των δραστηριοτήτων της ΜΟΔ. Δεν αρκούν μόνο οι επεκτάσεις του καταστατικού χρόνου ζωής της εταιρίας ενώ αποτελεί αρνητική εξέλιξη ο κατακερματισμός των δραστηριοτήτων σε ξεχωριστές διοικητικές πρακτικές. Οι αναπτυξιακές λειτουργίες του δημόσίου είτε με τη μορφή ειδικών σωμάτων είτε με τη μορφή της μη κερδοσκοπικής εταιρικής μορφής δεν έχουν εξασφαλισμένο μέλλον. Με άλλο τρόπο, ολόκληρο το πολιτικό και διοικητικό σύστημα δεν έχει άποψη για το ποια θα είναι η συνέχεια της ελληνικής δημόσιας διοίκησης μετά την λήξη των προγραμματικών περιόδων ούτε βέβαια γνωρίζει για το πώς θα προγραμματίζεται η ευρύτερη αναπτυξιακή διαδικασία, όταν οι στόχοι και οι παρεμβάσεις των ΚΠΣ θα αφήσουν χώρο για τους αυτοματισμούς της αγοράς. Η άποψη της Α.Π. είναι η εξής: Η προοπτική μας σχετίζεται με δύο συνθήκες: Η πρώτη αφορά στη διατήρηση του συνόλου των δραστηριοτήτων μας (προγραμματισμός, παρακολούθηση, διαχείριση, έλεγχος, υποστήριξη κλπ) ως ενότητας. Εάν υπάρξει κατακερματισμός των δραστηριοτήτων και η διαίρεση τους σε ξεχωριστά «πακέτα», τότε θα είναι πιο εύκολη η απόδοση τμημάτων σε «υπεργολάβους». Οι ΑΟΠ αποτελούν έναν τέτοιον κίνδυνο. Η δεύτερη συνθήκη σχετίζεται με τη δυνατότητα πρόβλεψης και προγραμματισμού σε βάθος χρόνου ώστε να είναι δυνατές πολιτικές παρέμβασης ώστε να εξασφαλίζεται η συνέχεια των αναπτυξιακών παρεμβάσεων του δημοσίου σε αντίθεση με τους αυτοματισμούς της αγοράς. Η ανάγκη της δημόσιας παρέμβασης υπάρχει και θα υπάρξει και στο μέλλον, απλώς δεν υφίσταται αυτή την στιγμή ούτε καν σαν ιδέα, κυρίως γιατί οι δημοσιονομικοί δογματισμοί και οι οικονομικές δοξασίες της αγοράς δεν το επιτρέπουν. Ένα ολόκληρο πεδίο παρέμβασης ανοίγει για το ΣΕΜΟΔ για να αποκτήσει τις πρωτοβουλίες των κινήσεων έναντι των εκάστοτε κρατούντων.

Πάντως, πέρα από τη ΜΟΔ και πέρα από τους αναβαθμούς του δημόσιου χαρακτήρα των αναπτυξιακών διαδικασιών, δεν θα πρέπει να «καθαγιάζουμε» το «καλό» δημόσιο σε σχέση με τον «άγριο» ιδιωτικό τομέα. Εκεί που στην αγορά υπάρχει το απόλυτο διευθυντικό δικαίωμα, στο δημόσιο υπάρχει ο δεσποτισμός του Υπουργείου (ειδικά του ΥΠΟΙΟ) και η πολιτική επιβολή. Δημόσιο είναι και ο Στρατός, αυτό δεν σημαίνει πως πρέπει να δεχόμαστε την όποια σχέση υποταγής επειδή απλά και μόνο εκπορεύεται από το δημόσιο χαρακτήρα της. Στόχος μας δεν θα πρέπει να είναι η ενδυνάμωση αυτού του δημόσιου αλλά αφενός η αναγνώριση του δικαιώματος στη συλλογική αυτονομία των εργαζομένων και αφετέρου η ελεύθερη πρόσβαση σε θεσμούς προστασίας της εργασίας.

3. Η Συλλογική Σύμβαση

Αν προσέξει κανείς τα στατιστικά στοιχεία του ΟΜΕΔ που βρίσκονται στην ιστοσελίδα του, θα διαπιστώσει ότι οι καταρτισθείσες συλλογικές συμβάσεις στο ευρύτερο δημόσιο τομέα είναι ελάχιστες σε σχέση με αυτές του ιδιωτικού τομέα. Αρκετές μάλιστα από αυτές αποτελούν συναινετικές ρυθμίσεις υπό τον «εκβιασμό» της διαιτητικής απόφασης. Τα στοιχεία αυτά, έρχονται να επιβεβαιώσουν την πραγματικότητα της ανυπαρξίας κουλτούρας συλλογικών διαπραγματεύσεων στο ευρύτερο δημόσιο σε μεγαλύτερο βαθμό από ότι στον ιδιωτικό. Στο δε «στενό» δημόσιο οι συλλογικές διαπραγματεύσεις παρακάμπτονται εντελώς προς όφελος απευθείας διαπραγματεύσεων με τα υπουργεία και ειδικότερα το υπουργείο οικονομικών. Τα παραπάνω σημαίνουν πως η δημοσιονομική πολιτική είναι αυτή που καθορίζει τις αυξήσεις των μισθών και τα επιδόματα πάνω στους μισθούς είναι ο πελατειακός τρόπος υπέρβασης της δημοσιονομικής πολιτικής. Όμως αυτός ο τρόπος υπέρβασης της δημοσιονομικής πολιτικής δεν μας συμφέρει ταξικά, δηλαδή συλλογικά, διότι μακροπρόθεσμα σαμποτάρει τις αυξήσεις των μισθών και επιπρόσθετα αποδυναμώνει την αναπλήρωση των μισθών από τις συντάξεις. Θα προτείναμε, λοιπόν, την επανεξέταση του τρόπου που διεκδικούμε την συλλογική σύμβαση στη βάση νέων αρχών. Οι αρχές αυτές σκοπό δεν θα έχουν τον υπερθεματισμό στο «Αίτημα» γιατί έτσι καταλήγουμε σε πλαίσια σουρεαλιστικών διεκδικήσεων από απλές αθροίσεις επιθυμιών. Αντίθετα θα πρέπει να υπάρξει επικέντρωση σε μια συνολικότερη πολιτική υπέρβασης της δημοσιονομικής πολιτικής. Ο τρόπος αυτός υπέρβασης δεν θα πρέπει να είναι μακροπρόθεσμα επιζήμιος για τους μισθούς αλλά να τους ισχυροποιεί. Η νέα έννοια που πρέπει να προωθήσουμε, μέσω των συλλογικών συμβάσεων είναι η «σύγκλιση» της αγοραστικής δύναμης των μισθών μας με την αγοραστική δύναμη των ευρωπαϊκών μισθών, εφόσον μιλάμε στη βάση του κοινού νομίσματος. Μόνον έτσι θα συνδέσουμε και μάλιστα με συλλογικό τρόπο τις αυξήσεις με τις ανάγκες αντί των «διαφυγών» είτε στην ανέφικτη αποτίμηση της ατομικής επίδοσης, είτε στα πολιτικώς αυθαίρετα επιδόματα υπέρ τρίτων.

4. Η ενασχόληση με τα «ταπεινά»

Πέρα όμως από τις παραπάνω επιθυμητές στοχεύσεις στρατηγικού χαρακτήρα θα πρέπει να καταλάβουμε πως το σημαντικό στον συνδικαλισμό δεν είναι η κατασκευή ενός φερέγγυου συνομιλητή με την κυβέρνηση και τους εργοδότες αλλά η δημιουργία ενός φερέγγυου εκπροσώπου των συμφερόντων των εργαζομένων. Για το τελευταίο, δεν αρκούν απλά οι στρατηγικές στοχεύσεις ούτε βέβαια η «υπερφόρτωση» της διεκδικούμενης ΣΣΕ με πλήθος από αιτήματα αλλά η ενασχόληση με την «πεζή» καθημερινότητα καθώς, ο προσανατολισμός του σωματείου μονόπλευρα στον αναπτυξιακό του ρόλο θα ακυρώσει την ιδιότητα του ως φορέα διασφάλισης κοινωνικών δικαιωμάτων που σήμερα θίγονται από έναν ωμό οικονομισμό που επιδεικνύουν με άνεση κυβέρνηση και εργοδότες.

Έτσι στη νέα περίοδο θα πρέπει να δώσουμε έμφαση σε «μικρούς» θεσμικούς αγώνες κυρίως για την εισαγωγή προγραμμάτων κατάρτισης, για το επίδομα εξομάλυνσης, για την ενίσχυση του ελεγκτικού ρόλου της επιθεώρησης εργασίας, για την επανεξέταση του θέματος των υπερωριών, για θέματα ωραρίου, για το ζήτημα του εσωτερικού κανονισμού, για τον σχεδιασμό του ΟΠΣ κλπ. Ο προσανατολισμός στα «ταπεινά» αυτά θέματα είναι απολύτως απαραίτητα, παράλληλα με τα μεγάλα ζητήματα της προοπτικής και των μισθολογικών αυξήσεων, γιατί στην κατάσταση που βρίσκεται ο σύλλογος χρειάζεται οπωσδήποτε «μικρές» νίκες, που κινητοποιούν και συσπειρώνουν τον κόσμο σε καθημερινή βάση.

του Πέτρου Σταύρου


19.11.07

Union revival - Organising oround the world

Ένα ενδιαφέρον κείμενο στρατηγικής οργάνωσης των συνδικάτων και νέου διεθνισμού από το "New Unionism project team" της Αγγλίας
Π.Σ.

16.11.07

ΠΟΣΟ ΚΑΚΕΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΠΑΡΑΤΑΞΕΙΣ; ΤΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΠΑΡΑΙΤΗΣΕΙΣ ΣΤΟ ΔΣ

ΜΕΡΟΣ 1ο: ΓΙΑ ΤΗΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΠΑΡΑΤΑΞΕΩΝ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΣΕΜΟΔ

Συνάδελφοι, τελευταία είμαστε μάρτυρες μιας έντονης κρίσης που ξέσπασε, στο Δ.Σ. του συλλόγου και που είχε ως αποτέλεσμα την παραίτηση τεσσάρων μελών του με συνέπεια να οδηγηθούμε στην πιο μεγάλη κρίση εκπροσώπησης στο σύλλογο από την ίδρυσή του (κρίση με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αλλά και με επιτακτική ανάγκη να ξεπεραστεί σε σχέση με τα τρέχοντα και επείγοντα θέματα όπως το Νομοσχέδιο και η ΣΣΕ). Δεν θα σταθούμε στον παραληρηματικό λόγο του πρώην προέδρου αλλά στην εξήγηση που έδωσαν οι άλλοι τρεις παραιτηθέντες (Μπάρδας, Πραμαντιώτης, Καραγιάννης) για τους λόγους της πράξης τους. Οι τρείς με απλό και περιεκτικό τρόπο αλλά και με περισσό θράσος δήλωσαν πως «….μετά τη διαμόρφωση παρατάξεων, οι διαφορές στη φιλοσοφία είναι πλέον εμφανείς και επηρεάζουν αρνητικά τη λειτουργία του ΔΣ. Για τους πιο πάνω λόγους θεωρούμε ότι πρέπει να υπάρξει άμεσα νέα εντολή από τα μέλη μας, έτσι ώστε να προκύψει ένα νέο ΔΣ που να εκφράζει την πραγματική τους βούληση». Ουσιαστικά δηλαδή, οι παραιτηθέντες επιδιώκοντας νέους συσχετισμούς στο Δ.Σ. και πιστεύοντας ότι θα επικρατήσουν, «τζογάρουν» και προκαλούν σύγκρουση εκβιάζοντας καταστάσεις και επιδιώκοντας την εξάλειψη των αντιπάλων.

Για τους τρεις αυτούς συναδέλφους ο κύριος λόγος παραίτησης τους είναι απλά και μόνο η παραταξιακή έκφραση συναδέλφων, η ενασχόληση τους δηλαδή με τα εργασιακά θέματα της ΜΟΔ μέσα από το πρίσμα ένταξης σε οργανωμένες ομάδες - παρατάξεις. Ενώ οι ίδιοι, αν και πολιτικοποιημένοι, ισχυρίζονται ότι κρατούν στην άκρη τις όποιες πολιτικές και κομματικές «καταβολές» τους και «αγνοί» από άλλα συμφέροντα εκπροσωπούν άμεσα μόνο τους εργαζόμενους και τις ανάγκες τους.

Ας δούμε όμως πιο προσεκτικά τα επιχειρήματα τους και τι προτείνουν, αντί των παρατάξεων, καθώς αυτά που προφασίζονται ως αιτίες της παραίτησης τους είναι υπαρκτές αντιλήψεις μέσα στον ΣΕΜΟΔ και μάλλον, σε αρκετές περιπτώσεις, αυτές πλειοψηφούν.

Οι παραιτηθέντες έχουν την πεποίθηση «…ότι το κάθε μέλος του ΔΣ μπαίνοντας στη συνεδρίαση πρέπει να λογοδοτεί ατομικά μόνο στη συνείδησή του και στα μέλη που τον/την ψήφισαν και όχι σε κάποια παράταξη.» Αν και το παραπάνω σχηματίζει μια καλογραμμένη πρόταση δεν αποτελεί παρά έναν πολύ εύστοχο ορισμό του παραγοντισμού και των παραγοντίσκων. Ο παραγοντίσκος δεν λογοδοτεί πουθενά, παρά μόνο στη συνείδηση του, η «θεσμική» εμφάνιση της οποίας δεν είναι εξασφαλισμένη. Η δε διαδικασία της απολογίας του στη συνείδηση του είναι μια μη ορατή, από τα μέλη του συλλόγου, πρακτική που διεξάγεται κατά τις βραδινές ώρες και πριν αυτός αποκοιμηθεί. Αλλά ούτε και η άλλη διαδικασία, η απολογία του δηλαδή στα μέλη που τον ψήφισαν, είναι θεσμοποιημένη αφού συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις τα μέλη δεν τον καλούν σε απολογία, οπότε αυτός γιατί να πάει. Με λίγα λόγια ο παραγοντίσκος δρα ανεξέλεγκτα και το μόνο που κάνει είναι να επαναλαμβάνει αγοραίες κοινοτοπίες περί «ακομμάτιστης συμπεριφοράς» και άλλα εύηχα ενώ κάνει αισθητή την παρουσία του κυρίως σε «προεκλογικές περιόδους». Εκείνο όμως που ενδιαφέρει τον σύλλογο δεν είναι τόσο αυτός ως πρόσωπο αλλά ο τρόπος που δρα. Οι «παράγοντες» για να διαδίδουν την προσωπικότητα τους στηρίζονται σε μηχανισμούς κινητοποίησης μελών οι οποίοι οργανώνονται κυρίως στη βάση «πελατειακών» σχέσεων. Έτσι, προεκλογικά αραδιάζουν απίστευτα πράγματα, ισχυρίζονται ότι διαχειρίζονται «επαφές» και διαθέτουν «κονέ», θεοποιούν τις επικοινωνιακές διαδικασίες χωρίς ουσία όμως ή πολιτικές δεσμεύσεις. Αυτός είναι ο παραγοντίσκος και αυτή είναι η συλλογικότητα που προτείνει στη θέση των «κακών» παρατάξεων.

Ας εξετάσουμε το κατά πόσο ευσταθεί το κύριο επιχείρημα τους πως για την όποια κρίση που περνά ο σύλλογος ευθύνονται οι παρατάξεις. Αν κωδικοποιούσαμε το παραπάνω επιχείρημα με ιστορικούς - πολιτικούς όρους, τότε σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, στο σημείο της ιστορίας του συλλόγου κατά το οποίο εμφανίζονται οι παρατάξεις, εμφανίζεται ταυτόχρονα και η κάμψη της μαχητικότητας του ΣΕΜΟΔ και οι κρίσεις στις σχέσεις των μελών του ΔΣ. Όμως τα πράγματα δεν είναι έτσι και η ανεπάρκεια εκπροσώπησης του συλλόγου έχει πολιτική αιτία.

Η διαδρομή του συλλόγου μπορεί, χονδρικά, να περιοδολογηθεί σε τρεις φάσεις:

Η πρώτη φάση εκτείνεται από την ίδρυση του ΣΕΜΟΔ μέχρι και τις πρώτες εκλογές και την ανάδειξη του Δ.Σ. Τα πάντα λειτουργούν μέσα σε ένα σχεδόν «αγαπησιάρικο» πνεύμα. Υπάρχουν τα ιδρυτικά μέλη του συλλόγου, τα οποία αποκτούν, αμέσως, μια αναγνωρισιμότητα γιατί είναι αυτοί που έχουν πάρει όλες τις πρωτοβουλίες για τη δημιουργία του συλλόγου. Είναι η εποχή των καλών σχέσεων και της οικειότητας. Η δημιουργία του ΣΕΜΟΔ, η αντιπαράθεση του με τον άλλο σύλλογο των εργαζομένων του ΚΠΣ που θα τον φέρει νικητή στον ανταγωνισμό για την έκφραση των σχέσεων εκπροσώπησης θα αποτελέσουν τους κύριους παράγοντες της ενότητας μας. Οι ιδιαίτερες πολιτικές και κομματικές καταβολές του καθενός δεν ενδιαφέρουν. Οι πρώτες εκλογές γίνονται και οι επιλογές των ψηφοφόρων επηρεάζονται από δυο παράγοντες α) την αναγνωρισιμότητα που αναφέραμε παραπάνω της πρώτης «φουρνιάς» των συναδέλφων και β) την οικειότητα των υποψηφίων για το ΔΣ με τους συναδέλφους τους στις ΕΥΔ.

Η δεύτερη περίοδος ξεκινά με τις πολύ επιτυχημένες απεργίες του ΣΕΜΟΔ, εμπεριέχει την επιτυχία των συμβάσεων αορίστου χρόνου και τελειώνει με την επίσης επιτυχημένη ΣΣΕ που έρχεται να ορθολογικοποιήσει, έως σε ένα βαθμό, τις μισθολογικές διαφορές μιας ανταγωνιστικής αγοράς εργασίας και να προτείνει έναν θεσμικό τρόπο επίτευξης αυξήσεων, πέρα από το ενιαίο μισθολόγιο του δημοσίου αλλά και πέρα από τη λογική των ατομικών διαπραγματεύσεων. Οι επιτυχίες αυτές δεν οφείλονται όμως στην αναγνωρισιμότητα του εκλεγμένου ΔΣ ούτε στον «ακηδεμόνευτο» χαρακτήρα των προσώπων του. Η μαχητικότητα και οι επιτυχίες δεν οφείλονται στις παρατάξεις. Αυτές δεν έχουν εμφανιστεί ακόμα. Ούτε όμως και στα «αγνά» και ακομμάτιστα πρόσωπα. Οι επιτυχίες οφείλονται στην μαζικότητα και τις συλλογικές διαδικασίες, φαινόμενα που δεν εντάσσονται σε πρακτικές αυστηρής προσήλωσης στα εργασιακά μας (μοντέλο συνδικαλισμού που προτείνουν οι τρεις παραιτηθέντες) αλλά σε πρακτικές ευρύτερης στρατηγικής με πολιτικές και ιδεολογικές επιλογές άμεσα συνδεδεμένες με συνολικές κοινωνικές και εργασιακές αξίες (συλλογικότητα έναντι ατομικότητας, αλληλεγγύη έναντι προσωπικής ανέλιξης, πολιτική επιχειρηματολογία έναντι «επαφών κορυφής», έξυπνη χρήση του αγωνιστικού οπλοστασίου έναντι απλών παραστάσεων επίδοσης γνώμης).

Η τρίτη περίοδος αρχίζει αμέσως μετά την υπογραφή της 1ης ΣΣΕ. Επακολουθεί μια φυσιολογική κάμψη της αγωνιστικότητας του συλλόγου η οποία πολύ γρήγορα γίνεται παράλυση. Οι συμβάσεις αορίστου μπορεί να ρύθμισαν την επισφάλεια των διετών και τριετών συμβάσεων του Πάχτα αλλά παράλληλα επέφεραν και μια αγωνιστική και πολιτική καθήλωση, Κάποιοι ορίζοντες έκλεισαν, το οραματικό κενό εμφανίστηκε ανησυχητικά και οι συνθήκες στην αγορά εργασίας οξύνθηκαν εις βάρος της μισθωτής εργασίας. Η 4η προγραμματική περίοδος θα επιφέρει μια σειρά από αρνητικές ρυθμίσεις, οι ΣΣΕ βρίσκονται συνολικά στο στόχαστρο της οικονομικής πολιτικής, το ασφαλιστικό καραδοκεί και το γενικότερο πολιτικό κλίμα υπόσχεται αμυντικούς αγώνες. Ο σύλλογος όμως ούτε καν αμυντικούς αγώνες δεν μπορεί να διεξάγει. Στην καλύτερη περίπτωση διατυπώνει «track changes» σε νομοθετήματα. Είναι η εποχή που έχουν εμφανιστεί οι παρατάξεις (αρκετά νωρίς η ΑΚΕ και κατόπιν η Αυτόνομη Παρέμβαση) και παράλληλα έχει ξεσπάσει με ένταση ένα, υποβόσκον όλο το προηγούμενο διάστημα, δυσάρεστο κλίμα στο ΔΣ με προβληματικές προσωπικές συμπεριφορές και νοοτροπίες που αυτονομούνται από τις συλλογικές διαδικασίες. Τα πολιτικά αντανακλαστικά του ΣΕΜΟΔ είναι τόσο χαμηλά που επισκιάζονται από τις εκρηκτικές ιδιοσυγκρασίες των μελών του Δ.Σ. Φταίνε οι παρατάξεις; Όχι βέβαια, στο βαθμό και για τον λόγο που ισχυρίζονται οι τρεις συνάδελφοι. Οι παρατάξεις δεν φταίνε για την χαμηλή αγωνιστικότητα, ούτε για τους σκυλοκαβγάδες. Οι παρατάξεις φταίνε γιατί στάθηκαν ανεπαρκείς να μεταφέρουν τον σύλλογο, με πολιτικό τρόπο, σε μια νέα εποχή. Οι παρατάξεις στάθηκαν ανεπαρκείς να αντικαταστήσουν τα «πρόσωπα» στις σχέσεις εκπροσώπησης. Η ΑΚΕ, πιο συγκεκριμένα, δεν πολιτικοποίησε στο ελάχιστο τις προσωπικές αντιθέσεις των μελών του Δ.Σ. Η Αυτόνομη Παρέμβαση δεν τόνισε όπως θα έπρεπε έγκαιρα, τον ευκαιριακό χαρακτήρα του «ενιαίου» ψηφοδελτίου.

Η ανεπάρκεια όμως ξεκινάει από τον προσωποπαγή συνδικαλισμό. Είναι αυτός που επισκιάζει τις παρατάξεις και όχι το αντίστροφο. Πώς αυτός ο συνδικαλισμός που πιστεύουν οι τρεις συνάδελφοι θα μπορέσει να αντιμετωπίσει τις αναδιαρθρώσεις της 4ης προγραμματικής περιόδου; Πώς η κοντόφθαλμη επικέντρωση στα στενά εργασιακά θα αντιμετωπίσει έναν εργοδότη που αλλάζει συνεχώς πρόσωπα και θέσεις (άλλοτε είναι η ΜΟΔ, άλλοτε η διαχειριστική αρχή, άλλοτε το ΥΠΟΙΟ και από τώρα και στο εξής θα είναι και ο ΑΟΠ). Τα οικεία πρόσωπα της πρώτης «φουρνιάς» ξεπεράστηκαν από τις εξελίξεις.

Άρα, δεν πρόκειται για μια «εισβολή» των παρατάξεων στα ακομμάτιστα ήθη και έθιμα του συλλόγου που οδήγησε σε μια αλλοίωση της βούλησης της βάσης. Πρόκειται για μια πτώση της μαζικότητας των διαδικασιών και της αγωνιστικότητας του συλλόγου που οφείλεται α) στην έλλειψη στόχων και στην προσκόλληση στα «κεκτημένα» β) στις νέες πολιτικές συνθήκες που δίνουν και το στίγμα των πρωτοβουλιών αναδιάρθρωσης και γ) στο ξεπέρασμα του συνδικαλιστικού μοντέλου που στηρίζονταν στα «αναγνωρισμένα» πρόσωπα. Θα πρέπει να καταλάβουμε ότι τα «αναγνωρισμένα» πρόσωπα είναι καταστατικά ανεπαρκή να απαντήσουν επιθετικά στις πρωτοβουλίες των προγραμματικών αρχών και της εργοδοσίας. Τα φαινόμενα παρακμής που βιώνουμε δεν οφείλονται στην επιβολή της παρουσίας των παρατάξεων. Οφείλονται στο ακριβώς αντίθετο. Στη, χαμηλής έντασης, παρουσία των παρατάξεων που δεν κατάφεραν να παρουσιάσουν ένα νέο υπόδειγμα μαζικότητας. Εκεί που διαφωνούμε με την ΑΚΕ είναι στο ότι αυτή πιστεύει εντέλει, σε ένα μοντέλο μαζικότητας που όμως έχει κλείσει τον ιστορικό του κύκλο και έχει απέλθει οριστικά, άσχετα με τις επικλήσεις στο αγωνιστικό φιλότιμο των συναδέλφων. Η ΑΚΕ βλέπει «μέτωπα» αλλά δυσκολεύεται να αναγνώσει συσχετισμούς, να εκτιμήσει καταστάσεις και να κάνει συμμαχίες, θεωρώντας τις ως ευκαιριακές συμπράξεις. Τον πολιτικό ελιγμό που η Αυτόνομη Παρέμβαση θεωρεί «ικανότητα» η ΑΚΕ τον θεωρεί «καιροσκοπισμό».

Όμως, η νέα μαζικότητα δεν θα προέλθει από τη διασφάλιση των στοιχειωδών εργασιακών συνθηκών (αυξήσεις, μικροαιτήματα και μίνιμουμ παρεμβάσεις). Οι αμυντικοί αγώνες είναι χρήσιμοι αλλά όχι επαρκείς, ενώ οι συνδικαλιστικές μορφές έκφρασης έχουν συντομότερο κύκλο ζωής από άλλες μορφές συλλογικότητας (π.χ. κόμματα). Για παράδειγμα, ο εργοστασιακός συνδικαλισμός στην Ελλάδα διήρκεσε μια δεκαετία το πολύ. Ο κύκλος του έκλεισε όταν έκλεισαν και οι ευρύτεροι επιχειρηματικοί και τεχνολογικοί κύκλοι στους οποίους αναφέρονταν (π.χ. προβληματικές επιχειρήσεις). Άλλο τόσο διήρκησε και ο συνδικαλισμός των ΔΕΚΟ (ή της ΟΤΟΕ) ενώ και αυτών ο κύκλος κλείνει με τις ιδιωτικοποιήσεις. Ο κύκλος του ΣΕΜΟΔ μοιάζει να εξαρτάται από τους «προγραμματικούς κύκλους» διαχείρισης των Κοινοτικών Πλαισίων. Αν δεν εξετάσουμε που κλείνουν παλιοί κύκλοι και που ανοίγουν ευκαιρίες για νέους συνδικαλιστικούς αγώνες και άρα νέες μορφές συνδικαλιστικής οργάνωσης, απλά θα υποστούμε το «μοιραίο». Τελικά, για να διαρρήξουμε αυτόν τον κύκλο φθοράς, απαιτούνται νέες συλλογικότητες και ευρύτερες πολιτικές και ιδεολογικές αναφορές και επιρροές (κάτι που οι τρεις συνάδελφοι αποφεύγουν όπως ο διάολος το λιβάνι). Απαιτούνται συμμαχίες μεταξύ διαφορετικών οπτικών, απαιτούνται συμπράξεις και απαιτούνται διαχωριστικές γραμμές. Απαιτείται, τέλος, επιλογή μορφών συλλογικής δράσης και όχι απλά επιλογές προσώπων από καταλόγους ενιαίων ψηφοδελτίων που περιέχουν τα πάντα.

Συνάδελφοι, οι παρατάξεις δεν είναι το απόλυτο κακό ούτε όμως πανάκεια. Αποτελούν κάποιον ελάχιστο όρο ενότητας, ειδικά αυτήν την στιγμή κρίσης εκπροσώπησης, διότι εάν δεν υπήρχαν, δύο ήταν τα ενδεχόμενα: Είτε θα προέκυπταν δύο ή περισσότερα σωματεία, είτε θα υπήρχε ένα σωματείο – σφραγίδα με τον πρόεδρο του να επιδίδει «αγωνιστικά» ψηφίσματα, να κάνει επισκέψεις σε επιτροπές και αρμοδίους και να βγάζει «ενωτικούς» λόγους. Η κρίση στο ΔΣ είναι επικίνδυνη αλλά και ωφέλιμη. Είναι ένας «σπασμός» αντίδρασης που ελπίζουμε να «ξυπνήσει» το υπόλοιπο «σώμα».

Πέτρος Σταύρου

Μάκης Κουτρούκης

Μέλη της Αυτόνομης Παρέμβασης στο ΕΠΑΝ

ΥΓ. Αυτό που αναφέρουν οι παραιτηθέντες «…εμείς πιστεύουμε σε σύλλογο με γενικότερη πολιτική άποψη αλλά με αιτήματα και διεκδικήσεις αποκλειστικά επικεντρωμένες στα εργασιακά θέματα των εργαζομένων ΜΟΔ.» και όχι σε «Σύλλογο στον οποίο τα εργασιακά μας θέματα είναι ενταγμένα σε γενικότερες ιδεολογικές και παραταξιακές κατευθύνσεις» είναι πολιτική τοποθέτηση περιθωριοποίησης του συνδικαλιστικού κινήματος και περαιτέρω παθητικοποίησης των συναδέλφων και του συλλόγου. Εκτός του ότι είναι μια θέση άστοχη και ανεφάρμοστη, καθότι για παράδειγμα, θεωρούν εκτός «βεληνεκούς» της κριτικής του συλλόγου τον Προϋπολογισμό, ή το ΠΔΕ ή το συνταξιοδοτικό (π.χ. των μηχανικών), ή το σε ποια κατεύθυνση διατίθενται οι πόροι του ΕΣΠΑ κ.λ.π., προσφέρει νομιμοποίηση σε όσους θα ήθελαν ένα σύλλογο χωρίς γνώμη.

Εμάς μας ενδιαφέρει και πιστεύουμε ότι μετέχουμε σε ένα σωματείο όπου τα μέλη του σκέφτονται ευρύτερα πολιτικά, ότι τους ενδιαφέρει η "ανάπτυξη", η κατανομή των πόρων και τα προβλήματα της κοινωνίας όπως τα διαχειρίζονται από την μεριά τους και όχι μόνο να διεκπεραιώνουν ή να "ασχολούνται με τα αμιγώς εργασιακά" και να διαβάζουν και espresso για να είναι ενημερωμένοι πολίτες.

12.10.07

Τι θέλουμε, τι καλύπτει και τι πρέπει να πετύχουμε με την νέα ΣΣΕ

Με την κατάθεση του προσχεδίου του προϋπολογισμού από την Κυβέρνηση, αποκαλύφθηκε η απόσταση λόγων και πράξεων ανάμεσα στις «παροχές» των μπαλκονιών και την μονοδιάστατη οικονομική πολιτική σε βάρος των εργαζομένων και των ασθενέστερων οικονομικά τάξεων. Όσα αναγκάστηκαν να υποσχεθούν για να εκλεγούν, έρχονται τώρα να τα ζητήσουν πίσω πολλαπλάσια, με ρυθμίσεις που αποδομούν το όποιο κράτος πρόνοιας. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η καταβαράθρωση των παρεχομένων υπηρεσιών του ΕΣΥ στην χειρότερη θέση ανάμεσα στις χώρες της ΟΝΕ αλλά και η κρίση του συστήματος ασφάλισης, όπου η κυβέρνηση όχι μόνο δεν ικανοποιεί τις ίδιες της τις ρυθμίσεις για κρατική συμμετοχή στη χρηματοδότηση, αλλά αντίθετα, δεν φείδεται μέτρων και ρυθμίσεων προς όφελος της εργοδοσίας.

Έτσι, με την άρνησή της να καταβάλει προς το ΙΚΑ το ποσοστό 1% του ΑΕΠ που της αναλογεί βάσει νόμου, υπέκλεψε από το βασικό ταμείο ασφάλισης των μισθωτών περί τα 3,5 δισ. € μόνο για την 5ετία 2003-2008 ενώ πρόσθετα, με διαδοχικές «επωφελείς» ρυθμίσεις προς τους εργοδότες και την αδιαφορία για την εισφοροδιαφυγή, ζημιώνει ακόμα περισσότερο. Παράλληλα η κυβέρνηση, καλυπτόμενη από επιτροπές “σοφών” και τραπεζιτών, ανακινεί το ασφαλιστικό, επισείοντας την κατάργηση της δυνατότητας πρόωρης συνταξιοδότησης, την αύξηση των εισφορών και των ορίων ηλικίας λόγω της “διαφαινόμενης οικονομικής αδυναμίας των ταμείων”. Φυσικά δεν έχει να πει τίποτα για την χρηματοδότηση των ταμείων από τα οποία δεκαετίες τώρα, υπεξαιρούσε με τη μορφή άτοκων καταθέσεων ή αγοράς μετοχών (βλ.σκάνδαλο ΔΕΚΑ - Χρηματιστηρίου) και δομημένων ομολόγων για να χρηματοδοτήσει την πολιτική παροχών προς το Κεφάλαιο.

Είναι διαπιστωμένο ότι η ελληνική οικονομία παράγει, ήδη εδώ και πλέον της δεκαπενταετίας, υπερκέρδη από τα οποία φυσικά δεν καρπούνται οι εργαζόμενοι αφού στο ίδιο διάστημα το εργατικό εισόδημα μειώθηκε απόλυτα. Οι εργαζόμενοι ωθούνται να επιβιώνουν με ελαστικά ωράρια και πολλοί με μισθούς κάτω από το όριο της φτώχειας. Παράλληλα, μέσω του φορολογικού και χρηματοπιστωτικού συστήματος, των ποικίλων μορφών δανεισμού και του παιχνιδιού της αυξομείωσης των επιτοκίων, πραγματοποιείται τα τελευταία χρόνια, η μεγαλύτερη ανακατανομή πλούτου που υπήρξε ποτέ στη χώρα μας, οδηγώντας χιλιάδες οικογένειες στη φτώχεια ή στην υποβάθμιση της ποιότητας ζωής τους. Ακριβώς αυτή η ανακατανομή του πλούτου, με διαφεύγοντες πόρους από τα ασφαλιστικά ταμεία και τους εργαζόμενους σε όφελος του Κεφαλαίου, εξυπηρετώντας την εισαγωγή της ιδιωτικής ασφάλισης - αυτασφάλισης και επιδιώκοντας τη μείωση των εργοδοτικών εισφορών, είναι ο λόγος για τον οποίο ανακύπτει συνεχώς το ασφαλιστικό ζήτημα στην ατζέντα των θεμάτων της επικαιρότητας με προφάσεις όπως η γήρανση του πληθυσμού, η οικονομική αδυναμία των ταμείων κλπ. Μάλιστα, αυτές οι προφάσεις έρχονται (Σπράος – Γιαννίτσης) και επανέρχονται (Ρέπας – Αναλυτής – Γκαργκάνας – Μαγγίνας) ώστε να εμπεδώνεται στη συνείδηση του κόσμου η «κρίση του ασφαλιστικού» και η «ανάγκη μεταρρύθμισης», ώστε να αποκτά αξιοπιστία η «αναγκαστική» λύση που προωθούν. Ο διάλογος επομένως στον οποίο καλεί η κυβέρνηση είναι προσχηματικός καθόσον, η ίδια δεν τηρεί τις υποχρεώσεις της, είτε αυτήν της χρηματοδότησης είτε αυτή του ελέγχου της ανασφάλιστης εργασίας ενώ αντίθετα, ειδικά αυτήν, την εξαπλώνει όπως π.χ. με τους υπάλληλους “stage” και την υποβάθμιση των γραφείων επιθεωρήσεων εργασίας. Ο διάλογος σε αυτό το πλαίσιο μοιάζει με τον διάλογο που πραγματοποιεί ένας εκβιαζόμενος με τη συμμορία που τον «προστατεύει».

Όλα τα παραπάνω προϊδεάζουν ότι η θέση της Κυβέρνησης κατά την διαπραγμάτευση της ΕΓΣΣΕ με την ΓΣΣΕ θα βρίσκεται από την μεριά των εργοδοτικών οργανώσεων και θα είναι αντίθετη σε πραγματικές αυξήσεις και κοινωνικές παροχές. Εμείς, σε αυτό το πλαίσιο θα κληθούμε να υπερασπιστούμε την 1η και να διεκδικήσουμε στην 2η ΣΣΕ.

Υπάρχον πλαίσιο από την 1η ΣΣΕ

Η 1η ΣΣΕ εμπεριέχει αρκετές θετικές ρυθμίσεις οι οποίες συνοπτικά:

• Αναβάθμισαν οικονομικά περί το 30% των ΜΟΔιτών μέσω της ένταξής τους στα μισθολογικά κλιμάκια

• Καταργήθηκε ο όρος της αποκλειστικής απασχόλησης

• Θεσμοθετήθηκαν θέματα αδειών με κατεύθυνση την εξίσωση των δικαιωμάτων των εργαζομένων στην διαχείριση του ΚΠΣ (γονική, σχολική, μηχανογραφική και προσωπικών λόγων)

• Θεσπίσθηκε αποταμιευτικό πρόγραμμα για τα παιδιά.

Σε ότι αφορά τα μισθολογικά κλιμάκια, αυτά κατά την 1η ΣΣΕ, δεν καθορίσθηκαν βάση ενός συστήματος που να συνδυάζει σπουδές και επαγγελματική εμπειρία, αλλά καθορίσθηκαν με βάση την “πραγματικότητα” των τότε μισθών. Ήταν πρακτικά ανέφικτο κατά την 1η ΣΣΕ να εκλογικευθεί η τότε υφιστάμενη κατάσταση, αφήνοντας αυτή την αναγκαιότητα σε διεκδικήσεις των επόμενων ΣΣΕ.

Πλαίσιο αναφοράς και διεκδίκησης για την 2η ΣΣΕ

Οι διεκδικήσεις μας πρέπει να στοχεύουν:

Α. Στην προάσπιση του εισοδήματος όλων των εργαζομένων, στην εκλογίκευση των αποκλίσεων που διαπιστώνονται ανάμεσα στις κατηγορίες των εργαζομένων και σε αυξήσεις ιδιαίτερα στα χαμηλότερα κλιμάκια.

Β. Στην βελτίωση των προνοιακών παροχών στην κατεύθυνση της εξίσωσης των δικαιωμάτων με τους Δ.Υ. και ειδικότερα σε θέματα που αφορούν στην γονική φροντίδα.

Για την επιτυχή διεκδίκηση των παραπάνω είναι απαραίτητη η χάραξη μιας στρατηγικής διαπραγμάτευσης, οριοθέτησης των minimum και κατάστρωσης συνεπών – συνεκτικών επιχειρημάτων.

Όσον αφορά στην προάσπιση των εισοδημάτων, θα πρέπει να ξεκαθαριστεί ότι το σωματείο είναι από τη φύση του δεσμευμένο στην υπόθεση της διαφύλαξης των συμφερόντων των μελών του. Επομένως λογικές, οι οποίες κυκλοφορούν ανόητα και προκρίνουν αναδιανομές εισοδημάτων εντός των εργαζομένων, είναι a priori απαράδεκτες και εν δυνάμει εξυπηρετούν την εργοδοσία, η οποία μάλιστα είναι αυτή ιστορικά, η οποία τις προτιμά και τις προτείνει. Η συγκεκριμένη επιχειρηματολογία μάλιστα, εμφανίζεται ως «φιλεργατική» υπέρ των χαμηλόμισθων συναδέλφων, εμφανιζόμενη να προκρίνει υψηλότερες παροχές προς τους χαμηλόμισθους και μικρότερες ή και καθόλου για τους υψηλότερα αμειβόμενους. Όμως, έτσι αυτοχειριαζόμαστε, καθώς η εργοδοσία, στηριζόμενη στα ίδια μας τα επιχειρήματα θα διαπραγματεύεται έχοντας ήδη διασφαλίσει την συναίνεσή μας στην «εξομάλυνση» του μέσου όρου μισθού προς τα κάτω, έχοντάς την κιόλας διευκολύνει με το να έχει αυτοπροταθεί από εμάς.

Κατά τη γνώμη μου, μια επιτυχημένη στρατηγική θα πρέπει απ’ αρχής να ορίζει ότι αδιαπραγμάτευτα, κανένας συνάδελφος/ισσα δεν πρέπει να χάσει από το εισόδημά του. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να γνωρίζουμε πως για να διατηρηθεί η αγοραστική δύναμη του καταβαλλόμενου ονομαστικού μισθού όλων μας σταθερή, θα πρέπει αυτός να αυξάνεται με τον ρυθμό του προσδοκώμενου πληθωρισμού ανά έτος. Επίσης, για να αποτρέψουμε, στο βαθμό που μας αναλογεί, αναδιανομή του εισοδήματος σε βάρος της εργασίας, θα πρέπει οι αυξήσεις, να ενσωματώσουν και την προσδοκώμενη αύξηση της παραγωγικότητας. Άρα οι αυξήσεις θα πρέπει να κινηθούν περί το 5~6% και πλέον ανά έτος για να έχουμε σταθερή αγοραστική δύναμη και σταθερό μερίδιο στο συνολικό εισόδημα (μισθοί και κέρδη). Αν πετύχει κάτι η 2η ΣΣΕ στην κατεύθυνση της θεσμοθέτησης στη ΣΣΕ των αυξήσεών μας συναρτήσει βασικών μακροοικονομικών μεγεθών της οικονομίας (π.χ. πληθωρισμός + ποσοστό παραγωγικότητας όπως προαναφέραμε), θα έχει εξασφαλίσει σε βάθος χρόνου την προστασία των εισοδημάτων μας.

Αν από τα παραπάνω διαφαίνεται, ότι οι αποκλίσεις που προκύπτουν από την μεγέθυνση των εισοδημάτων λόγω ποσοστιαίων αυξήσεων στη διάρκεια του χρόνου αυξανόμενες «δραχμικά» μεγαλώνουν τις διαφορές μεταξύ των εισοδημάτων, τότε, η επιθυμητή σμίκρυνση της διαφοράς, δεν θα πρέπει να γίνει με την περικοπή του δικαιώματος του ψηλότερου μισθού να αυξηθεί, αλλά με πρόσθετη αύξηση στον χαμηλότερο μισθό. Επομένως συνάγεται, ότι δεύτερος στόχος της στρατηγικής μας θα πρέπει να είναι η αναπροσαρμογή των κλιμακίων, εκλογικεύοντας τις διαφορές και βελτιώνοντας το εισόδημα ειδικότερα των χαμηλόμισθων. Υπάρχουν αρκετές προτάσεις απλούστερες ή συνθετότερες. Η γνώμη μου είναι πως θα πρέπει να ορίσουμε και να διαπραγματευόμαστε μόνο στο ποσό του χαμηλότερου μισθού του ΠΕ 0-3 έτη (π.χ. βλέπε ΣΣΕ Επιστημονικού προσωπικού ΔΕΗ) ενώ τα υπόλοιπα κλιμάκια έως την 35ετία να αυξάνονται κατάλληλα με έναν αλγόριθμο π.χ. Κάθε επόμενο κλιμάκιο προσαυξάνεται κατά 8~10% και οι μισθοί των ΤΕ στο 96% των κλιμακίων των ΠΕ.

Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι ιστορικά, η λογική των κλιμακίων έχει έντονα τα στοιχεία κοινωνικού χαρακτήρα (μέσω αγώνων των εργαζομένων κλπ) και αυτό οφείλεται στο ότι ο μισθός στην πραγματικότητα καλύπτει τις βιοτικές - κοινωνικές ανάγκες μας και καθορίζεται από αυτές. Για παράδειγμα, άλλες είναι οι ανάγκες ενός/μιας πρωτοδιόριστου «άγαμου» και άλλες ενός/μιας με οικογένεια και παιδιά που έχουν ανάγκες περισσότερες μεγαλώνοντας με το χρόνο κλπ. Επομένως είναι δίκαιο τα κλιμάκια να υπάρχουν παρά τις «μοντέρνες αντιλήψεις» που προσπαθούν να εισαχθούν στο εργατικό κίνημα από την εργοδοσία (βλέπε μη επιδοματική πολιτική από τη ΜΟΔ), ότι δηλαδή, ο μισθός θα πρέπει να συναρτηθεί αποκλειστικά με την παραγωγικότητα, άρα οι νέοι «δραστήριοι» θα παίρνουν περισσότερα από τους μεγαλύτερους, μοντέλο που έχει εγκατασταθεί και λειτουργεί στις αγγλοσαξονικές χώρες του ανελέητου νεοφιλελευθερισμού εκτός της Ιαπωνίας όπου υπάρχουν ισχυρές παραδόσεις. Φυσικά στη χώρα μας, «χώρα του περίπου, όπου τίποτα δεν λειτουργεί ακριβώς», οι νέοι εξακολουθούν να παίρνουν 600€ καθώς η εργοδοσία δεν είναι διατεθειμένη να αυξήσει τον μισθό τους λόγω της ενδυνάμει μεγαλύτερης παραγωγικότητάς τους, αλλά κυνικά θα επιθυμούσε και οι 50άρηδες να παίρνουν 600€.

Συνάδελφοι/ισσες, θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι η διαπραγμάτευση είναι μια διαδικασία η οποία περιέχει αρκετούς κινδύνους, στο βαθμό που οι προτάσεις μας δεν έχουν έναν υψηλό βαθμό συνεκτικότητας και σοβαρότητας και με εμάς ανώριμους να τις υπερασπιστούμε. Η προσφυγή σε διαμεσολάβηση – διαιτησία είναι μια πιθανότητα η οποία γενικά, τα τελευταία χρόνια, συστηματικά αποβαίνει σε βάρος των εργαζομένων. Επίσης, ανεξάρτητα από τον βαθμό προηγούμενης συμφωνίας σε ελάσσονα θέματα, η διαμεσολάβηση ξεκινά από tabula rasa με «άγνωστη» κατάληξη.

Όσον αφορά στα λοιπά θέματα όπως η κάλυψη των απωλειών εισοδήματος σε περίπτωση εξωγενούς αιτίας όπως η αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών των μηχανικών αλλά και τα θέματα προνοιακών παροχών, κατά τη γνώμη μου θα πρέπει να συζητηθούν σε δεύτερο χρόνο και μόνο εφόσον υπάρξει πεδίο συνεννόησης με τη ΜΟΔ στα οικονομικά θέματα. Δεν έχει νόημα να υπάρχει απόκλιση στο οικονομικό και να δίνονται όσο-όσο «ανταλλάγματα» για να κατασιγάσουν τις αντιδράσεις μας.

Μάκης Κουτρούκης

8.10.07

Για το ασφαλιστικό, πίσω στο Μάη του 1968

Οι εργαζόμενοι στη Renault διαμαρτύρονται και ζητούν:
Τα άμεσα αιτήματά μας.
1.40-ώρες εργασίας την εβδομάδα χωρίς μείωση μισθών.
2. 1,000f ο min. μισθός
3. Σύνταξη στα 60, στα 55 για τις γυναίκες
4. Πέντε εβδομάδες πληρωμένες διακοπές για τους νέους εργαζόμενους
5. Αναθεώρηση των μέτρων κοινωνικής ασφάλισης
6. Ελεύθερα, ακηδεμόνευτα συνδικάτα

Αυτά γίνονταν πριν 40 χρόνια και φαίνεται πως τίποτα δεν άλλαξε από τότε.
Μ.Κ.

3.10.07

Πλαίσιο αναφοράς και διεκδίκησης για την 2η ΣΣΕ του Σ.Ε. ΜΟΔ ΑΕ

Με την κατάθεση του προσχεδίου του προϋπολογισμού από την Κυβέρνηση, αποκαλύφθηκε η απόσταση λόγων και πράξεων ανάμεσα στις «παροχές» των μπαλκονιών και την μονοδιάστατη οικονομική πολιτική σε βάρος των εργαζομένων και των ασθενέστερων οικονομικά τάξεων. Όσα αναγκάστηκαν να υποσχεθούν για να εκλεγούν, έρχονται τώρα να τα ζητήσουν πίσω πολλαπλάσια μέσω περισσότερων έμμεσων φόρων οι οποίοι πλήττουν τους εργαζόμενους, με μικρότερες επενδύσεις σε κοινωνικές υποδομές συρρικνώνοντας το ΠΔΕ, με μικρότερες αυξήσεις στους μισθούς από τον πληθωρισμό, με χαμηλότερες κοινωνικές δαπάνες. Από την άλλη, οι πόροι οι οποίοι συλλέγονται από τους εργαζόμενους, παρέχονται υπό τη μορφή διευκολύνσεων προς τους εργοδότες και τους κατέχοντες. Έτσι, η φορολογική κλίμακα μειώνει τους συντελεστές προς όφελος των υψηλών εισοδημάτων αλλά δεν τιμαριθμοποιείται, ο φόρος μεγάλης ακίνητης περιουσίας καταργείται και αντικαθίσταται με ενιαίο φόρο σε όλα τα ακίνητα, μεταρρυθμίζεται το ασφαλιστικό σύστημα με μειωμένες εργοδοτικές εισφορές αλλά με αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης και μείωση των συντάξεων. Παράλληλα αντί για κοινωνικές υποδομές, χρηματοδοτούνται «επενδυτικά» σχέδια ιδιωτών με εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ κάθε χρόνο, τα οποία είτε κατευθύνονται στην απλή κάλυψη λειτουργικών αναγκών των επιχειρήσεων, είτε χρηματοδοτούν - συντηρούν παραδοσιακούς κρατικοδίαιτους κλάδους της οικονομίας. Είναι αλήθεια αυτό που έχει ειπωθεί πως από το κράτος πρόνοιας για τον εργαζόμενο, οδεύουμε, αν δεν έχουμε ήδη φθάσει, σε ένα κράτος πρόνοιας για το Κεφάλαιο.

Οι θέσεις και απόψεις που εξυπηρετεί η κυβέρνηση, επενδύονται με όρους οι οποίοι είναι ψευδεπίγραφοι και απατηλοί. Η “ανταγωνιστικότητα”, η “επιχειρηματικότητα” και η “ανάπτυξη” έρχονται να καλύψουν ιδεολογικά τις πιο πάνω επιλογές ώστε να είναι δυνατόν να περιορισθούν οι αντιδράσεις. Τα επιχειρήματα “ποιος δεν είναι με την ανάπτυξη;”, “ποιος δεν επιθυμεί μια ανταγωνιστική οικονομία;” και παλαιότερα “δεν πρέπει να πετύχουμε τους στόχους της ΟΝΕ;” έρχονται για να μας κάνουν συμμέτοχους και συνενόχους στα μεγαλόπνοα οράματα μιας “νέας Ελλάδας”. Στην πραγματικότητα, η ελληνική οικονομία παράγει ήδη εδώ και πλέον της δεκαπενταετίας, υπερ-κέρδη τα οποία φυσικά δεν καρπούνται οι εργαζόμενοι που τα παράγουν και οι οποίοι ωθούνται να επιβιώνουν με ελαστικά ωράρια και μισθούς των 400 και 600€. Στο ίδιο διάστημα το εργατικό εισόδημα μειώθηκε απόλυτα και πλέον μέσω του τραπεζικού συστήματος, των ποικίλων μορφών δανείων και της αυξομείωσης των επιτοκίων, πραγματοποιείται η μεγαλύτερη ανακατανομή πλούτου που υπήρξε ποτέ στη χώρα μας, οδηγώντας στη φτώχεια και την υποβάθμιση χιλιάδες οικογένειες.

Η ελληνική οικονομία πράγματι παράγει “ανάπτυξη” η οποία καταγράφεται στους δείκτες. “Ανάπτυξη” όμως η οποία οδηγεί στην εξαθλίωση και περιθωριοποίηση μεγάλων στρωμάτων των εργαζομένων και συνταξιούχων, στην περιβαλλοντική υποβάθμιση και απαξίωση του φυσικού περιβάλλοντος, στην αλόγιστη “αξιοποίηση” και αλλοίωση του τοπίου και τελικά σε μεγάλες περιβαλλοντικές καταστροφές όπου ακολουθούνται από μεγαλεπήβολα σχέδια περεταίρω τσιμεντοποίησης.

Ακόμα, ούτε τις ίδιες της τις ρητές δεσμεύσεις, δεν μπορεί να ικανοποιήσει η κυβέρνηση, στην προσπάθειά της να ασκήσει πολιτική προς όφελος της εργοδοσίας. Για παράδειγμα με την άρνησή της να καταβάλει προς το ΙΚΑ το ποσοστό 1% του ΑΕΠ που της αναλογεί βάσει νόμου, υπέκλεψε από το βασικό ταμείο ασφάλισης των μισθωτών περί τα 3,5 δισ. € μόνο για την 5ετία 2003-2008. Παράλληλα, μέσω επιτροπών “σοφών” και άλλων τυχάρπαστων, επισείει την κατάργηση της δυνατότητας πρόωρης συνταξιοδότησης, την αύξηση των εισφορών και των ορίων ηλικίας με λόγο την “διαφαινόμενη οικονομική αδυναμία των ταμείων” από τα οποία όμως, δεκαετίες τώρα υπεξαιρούσε με τη μορφή άτοκων καταθέσεων ή αγοράς μετοχών και δομημένων ομολόγων για να χρηματοδοτήσει την πολιτική παροχών προς το Κεφάλαιο.

Όλα τα παραπάνω προϊδεάζουν ότι θέση της Κυβέρνησης κατά την διαπραγμάτευση της ΕΓΣΣΕ με την ΓΣΣΕ θα βρίσκεται από την μεριά των εργοδοτικών οργανώσεων και αντίθετη σε πραγματικές αυξήσεις και κοινωνικές παροχές. Εμείς, σε αυτό το πλαίσιο θα κληθούμε να υπερασπιστούμε την 1η και να διεκδικήσουμε στην 2η ΣΣΕ.

M.K.


26.7.07

ΘΕΛΟΥΜΕ ΣΤΑ ΑΛΗΘΕΙΑΤΗΝ ΜΑΖΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΣΥΝΔΙΚΑΤΩΝ;

Είναι γεγονός αναμφισβήτητο, πως η συνδικαλιστική πυκνότητα στη χώρα μας είναι πάρα πολύ χαμηλή έως ισχνή, ιδιαίτερα στον Ιδιωτικό Τομέα, αφού εκεί από το σύνολο των εργαζομένων μόνο το 15% συμμετέχουν σε κάποια συνδικαλιστική οργάνωση.
Ποιες είναι αιτίες; Πολλές μπορεί να αναφέρει κανείς.
Δεν θα αναφερθώ σε όσα λέγονται ή και γράφονται κατά καιρούς, όπως:
Η υποχώρηση των συλλογικών αξιών με την επικράτηση των αρχών του νεοφιλελευθερισμού υπέρ των ατομικών λύσεων, ο έλεγχος των συνδικάτων από τα κόμματα και η υποταγή τους σε κομματικούς σκοπούς και επιδιώξεις, ο σεχταρισμός αρκετών συνδικάτων, οι μακρόχρονες θητείες ιδίων συνδικαλιστών και γενικά οι γερασμένες ηγεσίες, η προνομιακή μεταχείριση και ασυνέπεια των συνδικαλιστών. Η αναρρίχηση και επικράτηση στην κορυφή της πυραμίδας των συνδικάτων, συνδικαλιστών κατά βάση από Δημόσιες Επιχειρήσεις με ασφαλείς εργασιακές σχέσεις, άεργων συνδικαλιστών κατά βάση επαγγελματικών κομματικών στελεχών ή και εν γένει συνδικαλιστών με πολύχρονη αποχή από το εργασιακό τους περιβάλλον, αποτέλεσε και την αποκοπή της ηγεσίας από τον κόσμο της εργασίας και τα καθημερινά προβλήματά τους, ιδιαίτερα στον ιδιωτικό τομέα. Η στρεβλή ανάπτυξη του ιδίου του συνδικαλιστικού κινήματος με το διαχωρισμό των εργαζομένων σε δημόσιους, Ιδιωτικούς και σε ΔΕΚΟ, με τον κατακερματισμό και τη πολυδιάσπασή του κ.ο.κ. οι οποίες, άλλος συμμερίζεται περισσότερο, άλλος λιγότερο ή και καθόλου.
Θα σταθώ όμως μόνο σε μία αιτία, κατά την γνώμη μου πολύ σοβαρή και κρίσιμη:
Έχει να κάνει με την αποσάθρωση των εργασιακών σχέσεων και ειδικότερα με τις δομικές αλλαγές στη λειτουργία των επιχειρήσεων και Οργανισμών.
Το μεγαλύτερο μέρος των εργασιών, στις μεγάλες επιχειρήσεις και Οργανισμούς παραχωρήθηκε και παρέχεται πλέον από τρίτα πρόσωπα, με αποτέλεσμα μέσα στην ίδια την επιχείρηση να υπάρχουν εργαζόμενοι στην ίδια εργασία με διαφορετικά δικαιώματα και το σπουδαιότερο οι περισσότεροι να ανήκουν και σε διαφορετικούς εργοδότες.
Αυτό συνετέλεσε ήδη στην συρρίκνωση των επιχειρησιακών σωματείων και ταυτόχρονα την ακύρωση όλων των διμερών συμφωνιών που κατά καιρούς έχουν υπογράψει τα σωματεία αυτά.
Εάν συμφωνούμε ότι στην χώρα μας τα περισσότερα και μεγαλύτερα συνδικάτα έχουν δομηθεί κατά βάση σε επίπεδο επιχείρησης, -επιχειρησιακά σωματεία- τότε είναι παραλογισμός ή αφέλεια να μιλάει κανείς για ΜΑΖΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΣΥΝΔΙΚΑΤΩΝ, αν πρώτα δεν αλλάξει η δομή των ίδιων των Συνδικάτων.

ΔΟΜΗ ΤΩΝ ΣΥΝΔΙΚΑΤΩΝ:
Ο συνδικαλισμός στην χώρα μας έχει αναπτυχθεί και δομηθεί μέσα από τον διαχωρισμό των εργαζομένων, σε δημοσίους υπαλλήλους, σε εργαζόμενους των Δ.Ε.Κ.Ο. και σε εργαζόμενους του Ιδιωτικού Τομέα, γεγονός που οδήγησε στην δημιουργία δύο Συνομοσπονδιών, στην δημιουργία αντίστοιχων Ομοσπονδιών σε κάθε δημόσια επιχειρήσει (Δ.Ε.Κ.Ο) και από εκεί και πέρα σε κάθε υπο-κλάδο και την δική του Ομοσπονδία, σε κάθε πόλη και το δικό του Εργατικό Κέντρο.
Μόνο στον κλάδο ΤΡΟΦΙΜΩΝ –ΠΟΤΩΝ για παράδειγμα, δρουν 12 Ομοσπονδίες, οι οποίες διαφοροποιούν τους εργαζόμενους ανάλογα με το προϊών που παράγουν και τους κατατάσσουν σε 17 διαφορετικές κλαδικές συμβάσεις!!!!
Παράλληλα και μέσα στον αχταρμά δημιουργήθηκαν και αναπτύχθηκαν παραφυάδες συνδικάτα, με ψευδεπίγραφους τίτλους «κλαδικό σωματείο» γενικά εργαζομένων ή γενικά Ιδιωτικών Υπαλλήλων, ανεξαρτήτως ειδικότητας ή κλάδου, χωρίς να έχουν καμία δυνατότητα παρέμβασης παρά μόνο την δημιουργία αντιπροσώπων.
Όλα τα παραπάνω έχουν ως αποτέλεσμα σήμερα να «λειτουργούν» 73 Ομοσπονδίες και 83 Εργατικά Κέντρα στην Γ.Σ.Ε.Ε., καθώς και 46 Ομοσπονδίες και 51 Νομαρχιακά Τμήματα στην ΑΔΕΔΥ, όταν στην ΓΕΡΜΑΝΙΑ για παράδειγμα, υπάρχει μόνο μία Συνομοσπονδία με 8 κλαδικές Ομοσπονδίες!!
Θα πρέπει να αλλάξουμε σελίδα και να μπει ένα τέλος στο καθεστώς αυτό.
Έχει παρέλθει ο καιρός να μιλάει κανείς σήμερα με όρους του παρελθόντος.
Όταν το συνεχίζουμε και δεν βλέπουμε τις τεράστιες αλλαγές που ταχύτατα αναπτύσσονται, τότε όχι μόνο δεν διαδραματίζουμε κανένα ρόλο, αλλά τείνουμε να γίνουμε και γραφικοί ή, στην καλύτερη περίπτωση, να «εκφράζουμε» τους λίγους που έχουν τη δυνατότητα να είναι σε κάποιο σωματείο.
Σήμερα δεν μπορεί να μιλάει κανείς για δημοσίους υπαλλήλους, όταν στους δημόσιους οργανισμούς και υπηρεσίες υπάρχουν χιλιάδες εργαζόμενοι με άλλου είδους και ευτελείς σχέσεις εργασίας.
Δεν μπορούμε να μιλάμε για εργαζόμενους στις Δ.Ε.Κ.Ο. όταν παράλληλα και μέσα στις επιχειρήσεις αυτές, υπάρχουν κατά χιλιάδες εργαζόμενοι με διαφορετικούς όρους και χωρίς να ανήκουν στην ίδια επιχείρηση.
Καθώς επίσης δεν μπορούμε να μιλάμε και για εργαζόμενους ίδιας επιχείρησης, όταν σε όλες τις μεγάλες επιχειρήσεις, ελαχιστοποιείται το μόνιμο προσωπικό και αντικαθίσταται από εργαζόμενους, οι οποίοι κατά βάση ανήκουν σε άλλους εργοδότες και με άλλες μορφές απασχόλησης.
Να κοιταχτούμε στα μάτια και ας πούμε την αλήθεια.
Με την συγκεκριμένη δομή των συνδικάτων δεν μπορούμε να εκπροσωπήσουμε τίποτα άλλο εκτός από το μόνιμο προσωπικό στους Δημόσιους Οργανισμούς και Υπηρεσίες, το μόνιμο προσωπικό στις Επιχειρήσεις των Δ.Ε.Κ.Ο., το μόνιμο προσωπικό στις Ιδιωτικές Επιχειρήσεις.
Είμαστε μακριά και απέχουμε από τους χιλιάδες εργαζόμενους, μακριά από την αυριανή πλειοψηφία, που εργάζονται δίπλα μας, μέσα στις επιχειρήσεις και οργανισμούς με επισφαλείς σχέσεις και χωρίς εργασιακά δικαιώματα.
Το μεγάλο στοίχημα είναι οι νέοι όροι που θα πρέπει να τεθούν.


ΣΚΕΨΕΙΣ & ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
ΓΙΑ ΑΛΛΑΓΗ ΤΗΣ ΔΟΜΗΣ ΤΩΝ ΣΥΝΔΙΚΑΤΩΝ

ΤΡΙΤΟΒΑΘΜΙΑ ΟΡΓΑΝΩΣΗ:
Θα πρέπει να συμφωνήσουμε πως όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα εάν παρέχουν την εργασία τους σε δημόσιες υπηρεσίες και οργανισμούς ή σε δημόσιες επιχειρήσεις ή σε Ιδιωτικές επιχειρήσεις, είναι όλοι εργαζόμενοι με εξαρτημένη σχέση εργασίας είναι ενιαίοι και αδιαίρετοι.
Ενιαία και αδιαίρετη θα πρέπει να είναι και η συνδικαλιστική τους έκφραση.
Συνεπώς θα πρέπει να καταργηθεί η συνδικαλιστική δομή που διαχωρίζει τους εργαζόμενους σε Δημοσίους Υπαλλήλους, σε Ιδιωτικούς Υπαλλήλους και σε εργαζόμενους στις Δ.Ε.Κ.Ο. και να δημιουργηθεί νέα που θα ενώνει τους εργαζόμενους.
Για το λόγο αυτό:
ΓΣΕΕ & ΑΔΕΔΥ, ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΝΟΠΟΙΗΘΟΥΝ
ΣΕ ΜΙΑ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΕΣ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ:

Οι ελάχιστοι συνδικαλισμένοι εργαζόμενοι, όταν ταυτόχρονα είναι πολυδιασπασμένοι και διαιρεμένοι σε 119 «κλαδικές Ομοσπονδίες», το μόνο που καταφέρνουν, είναι να αναπαράγουν και να συντηρούν την συγκεκριμένη κατάσταση στα συνδικάτα. Σπάνια ακούγεται η φωνή τους, παραχαράζεται η θέλησή τους, αλλοιώνονται οι συσχετισμοί αφού στις περισσότερες Ομοσπονδίες δεν εκφράζονται όλοι οι συνδυασμοί και δεν εκλέγουν αντιπροσώπους για την Τριτοβάθμια Οργάνωση.
Αυτοί οι όροι μπορούν και πρέπει να αντιστραφούν.

1ον Ομοσπονδίες:
Θα πρέπει να γίνει λόγος για αυστηρό περιορισμό των Ομοσπονδιών και για ενοποιήσεις σε μεγάλους κλάδους, ανεξάρτητα από την ιδιότητα των εργαζομένων Δημόσιο, Δ.Ε.Κ.Ο., ή Ιδιωτικό.
Για παράδειγμα, γιατί όχι μία Ομοσπονδία στις ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ, τραίνα, καράβια, αεροπλάνα, λεωφορεία, φορτηγά κ.τ.λ.
Γιατί όχι μία Ομοσπονδία στις ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ, τράπεζες, ασφαλιστικά ταμεία, εφορίες, υπάλληλοι γραφείων, κ.τ.λ.
Γιατί όχι μία Ομοσπονδία στον ΕΠΙΣΙΤΙΣΜΟ–ΤΟΥΡΙΣΜΟ Τρόφιμα, Ύπνο, Διασκέδαση.
Γιατί όχι μία Ομοσπονδία στην ΕΝΕΡΓΕΙΑ, πετρέλαια, νερό, ηλεκτρισμό, κ.τ.λ.
2ον Εργατικά Κέντρα, Νομαρχιακά Τμήματα:
Τίποτα δεν έχουν να χωρίσουν οι εργαζόμενοι στον Ιδιωτικό Τομέα με τους εργαζόμενους στο Δημόσιο που εργάζονται στην περιφέρεια, αντίθετα με την οργανωτική ενότητά τους πολλά έχουν να κερδίσουν.
Για το λόγο αυτό, τα 83 Εργατικά Κέντρα της ΓΣΕΕ, μαζί με τα 51 Νομαρχιακά Τμήματα της ΑΔΕΔΥ, θα πρέπει στους αντίστοιχους Νομούς να ενοποιηθούν σε ΕΝΙΑΙΑ ΚΕΝΤΡΑ και όχι περισσότερα από ένα για κάθε Νομό.

ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΕΣ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ:

Στηρίζουμε και ενθαρρύνουμε το τρίπτυχο, επιχειρησιακά σωματεία, όμοιο- επαγγελματικά σωματεία και κλαδικά σωματεία.
Δεν στηρίζουμε, αποθαρρύνουμε και αποτρέπουμε την ίδρυση ανομοιογενών σωματείων τα οποία δεν αναφέρονται σε επιχείρηση ή σε ειδικότητα ή σε συγκεκριμένο κλάδο.



Αναδιάρθρωση Επιχειρησιακών Σωματείων:

Με την αλλαγή της δομής των επιχειρήσεων και την παραχώρηση των εργασιών σε τρίτα πρόσωπα τα οποία δεν ανήκουν στην επιχείρηση για την οποία παρέχουν την εργασία τους, αλλά σε διαφορετικούς εργοδότες:
• Έχουν αποδεκατιστεί τα επιχειρησιακά σωματεία αφού οι νέοι εργαζόμενοι έχουν άλλον εργοδότη και δεν έχουν δικαίωμα εγγραφής στο επιχειρησιακό σωματείο.
• Έχουν αφανιστεί όλες οι κατακτήσεις αφού οι διμερείς συμβάσεις και συμφωνίες δεν ισχύουν για όλους τους εργαζόμενους.
• Έχει περιοριστεί ο διεκδικητικός χαρακτήρας των επιχειρησιακών σωματείων.

Πρόταση:
Θα πρέπει να βρεθεί τρόπος (με τροποποιήσεις των καταστατικών) και να δοθεί η δυνατότητα εγγραφής στα επιχειρησιακά σωματεία, όλων των εργαζομένων στην επιχείρηση ανεξαρτήτως μορφής απασχόλησης, (αορίστου χρόνου, ορισμένου χρόνου, μερικής απασχόλησης, εποχικής απασχόλησης, δελτίου παροχής υπηρεσιών, προγραμμάτων stage κλπ).
Ανεξάρτητα εάν για την εργασία που παρέχουν στην επιχείρηση μεσολαβεί ενδιάμεσος εργοδότης, ανεξάρτητα εάν ανήκουν στον ενδιάμεσο εργοδότη ή είναι ενοικιαζόμενοι στην επιχείρηση, ανεξάρτητα από το «είδος συμφωνίας» με τον ενδιάμεσο εργοδότη και το τρόπο ασφάλισής τους, τέλος ανεξάρτητα από κάθε επινόηση που τους «θέτει εκτός επιχείρησης» για την οποία παρέχουν την εργασία τους.
Με την εγράφή τους στο επιχειρησιακό σωματείο, το σωματείο θα πρέπει να απαιτήσει την εφαρμογή της ίσης αμοιβής για ίδια εργασία όλων των εργαζομένων στην επιχείρηση, ανεξάρτητα από τη μορφή απασχόλησης και εάν μεσολαβεί άλλος εργοδότης.

Αναβάθμιση Ομοιο-επαγγελματικών Σωματείων:

ΝΟΜΟΣ 1876/1990
«Συλλογικές Συμβάσεις εργασίας»

Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νόμου αυτού, όταν ένα επάγγελμα ή ειδικότητα, ρυθμίζεται και από κλαδική συλλογική σύμβαση, τότε η σύμβαση που υπερισχύει είναι αυτή της κλαδικής, ακόμα και στην περίπτωση που η ομοιοεπαγγελματική υπερτερεί της κλαδικής!!!
Επειδή παραδοσιακά όλα τα δικαιώματα των επαγγελμάτων, ρυθμίστηκαν και κατοχυρώθηκαν μέσα από τις ομοιοεπαγγελματικές τους συμβάσεις, με τον τρόπο αυτό αρκετά από τα δικαιώματα αυτά έχουν ακυρωθεί στην πράξη. Μαζί με αυτό έχει απαξιωθεί και ο ρόλος των επαγγελματικών σωματείων.
Ενδεικτικά αναφέρω μόνο μια Ομοσπονδία, η οποία στις κλαδικές συμβάσεις που υπογράφει, ορισμένες ειδικότητες υπολείπονται των ομοιο-επαγγελματικών συμβάσεων, με αποτέλεσμα μόνο μια ειδικότητα να ζημιώνεται έως και 200 € μηνιαίως !!!!
Πρόταση:
Θα πρέπει να απαλειφθεί η διάταξη από το άρθρο 10 του Ν. 1876/90 και να αντικατασταθεί με τον όρο:
Στις περιπτώσεις που επαγγέλματα ρυθμίζονται από περισσότερες, της μίας συλλογικής σύμβασης εργασίας, σωρευτικά υπερισχύει η καλύτερη.
Το αίτημα αυτό, αφενός αποκαθιστά αδικίες ενδεχομένως και σκοπιμότητες θα συμβάλει στην ανάπτυξη και μαζικότητα των σωματείων αυτών.
ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΖΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΣΥΝΔΙΚΑΤΩΝ

ΝΟΜΟΣ 1767/88
«Συμβούλια Εργαζομένων. Κύρωση της 135 Διεθνής Σύμβασης Εργασίας»

Με το νόμο αυτό οι εργαζόμενοι έχουν δικαίωμα να συγκροτούν συμβούλια εργαζομένων, όταν στην επιχείρηση απασχολούνται πάνω από 20 εργαζόμενοι.
Υπενθυμίζω ότι η κύρωση της 135 Δ.Σ.Ε. ήταν ένα από τα αιτήματα της αριστεράς και αφού το 1988 κυρώθηκε με νόμο, στο εξής τα συμβούλια αυτά λοιδορήθηκαν από συνδικαλιστές και στη συνέχεια απαξιώθηκαν.
Η απαξίωση έγινε εκ του ασφαλούς και από συνδικαλιστές όπου στο χώρο τους είχαν ήδη επιχειρησιακό σωματείο, χωρίς να παίρνουν υπόψη, άλλους εργαζόμενους εκείνους που στο χώρο εργασίας τους δεν υπήρχε σωματείο.
Για όσους ακόμα πιστεύουν, πως τα συμβούλια εργαζομένων δεν είναι απαραίτητα και πως αυτά θα ελέγχονται από την εργοδοσία, ας απαντήσουν στο ερώτημα.
Στον κλάδο Βιομηχανίας Τροφίμων-Ποτών, δραστηριοποιούνται 1363 επιχειρήσεις και απασχολούν 69.411 μόνιμους εργαζόμενους και σχεδόν άλλους τόσους με άλλες μορφές και σε εργολάβους.
Από τις επιχειρήσεις αυτές μόνο στις 84 υπάρχει επιχειρησιακό σωματείο, ενώ στις υπόλοιπες οι εργαζόμενοι βρίσκονται στο έλεος των εργοδοτών!!!
Εάν και στις υπόλοιπες επιχειρήσεις, σε αυτές που δεν υπάρχει σωματείο, είχε συγκροτηθεί συμβούλιο εργαζομένων, θα ήταν άσχημα για τους εργαζομένους;
Θα ζημιωνόταν οι εργαζόμενοι και τα συνδικάτα;

Η γνώμη μου περί εργοδοτικών συνδικάτων & συμβουλίων εργαζομένων είναι μόνο αυτά που δεν υπάρχουν. Οι μεγαλύτερη εργοδοτική παρέμβαση γίνεται στις επιχειρήσεις αυτές που δεν υπάρχει ούτε σωματείο, ούτε συμβούλιο εργαζομένων.
Πιστεύω πως η συγκρότηση συμβουλίων εργαζομένων σε κάθε επιχείρηση, άνω των 20εργαζομένων, ιδιαίτερα εκεί που δεν υπάρχει σωματείο, θα συμβάλει ουσιαστικά στην ανάπτυξη και μαζικότητα των συνδικάτων.
Επίσης στις επιχειρήσεις που δεν υπάρχει σωματείο, έχουν να διαδραματίσουν και σπουδαίο ρόλο, αφού μπορούν και πρέπει να απαιτήσουν την εφαρμογή των δικαιωμάτων τους που απορρέουν από τις συλλογικές συμβάσεις και την εργατική νομοθεσία τα οποία σήμερα καταπατούνται.
Το μόνο αρνητικό που έχουν τα συμβούλια αυτά, είναι ότι δεν εκλέγουν αντιπροσώπους για την ΓΣΕΕ, από εδώ κατά την γνώμη μου απορρέει και η απαξίωσή τους.
Τέλος ο γράφων του κειμένου, εργάζεται σε μια μεγάλη βιομηχανική επιχείρηση του κλάδου ΤΡΟΦΙΜΩΝ – ΠΟΤΩΝ, όπου στην επιχείρηση αυτή, υπάρχει επιχειρησιακό σωματείο και συμμετέχουν σε αυτό το σύνολο των εργαζομένων, από την πρώτη στιγμή το 1988 συγκροτήθηκε συμβούλιο εργαζομένων, καθώς και επιτροπή υγιεινής & ασφάλειας. Το κάθε ένα από αυτά ασχολείται με το δικό του αντικείμενο μεταξύ τους συνεργάζονται αρμονικά, χωρίς ωστόσο μέχρι σήμερα να υπάρξει μεταξύ τους κάποιο πρόβλημα
Τα παραπάνω δεν επιδιώκουν να αποτελέσουν πρόταση. Σκοπός του κειμένου είναι να δώσει ερεθίσματα και προβληματισμούς για να καταλήξει σε μία ολοκληρωμένη πρόταση.

Του Κώστα Νικολάου, μέλους της διοίκησης της ομοσπονδίας "Τροφίμων-Ποτών"

1.6.07

Ο ΟΟΣΑ σπεύδει σε βοήθεια...

O ΟΟΣΑ (Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης), δημοσίευσε σε έκθεσή του με τίτλο «Οικονομική αποτίμηση της Ελλάδας για το 2007» στις 30.5.2007, τις απόψεις του για το πως πρέπει να κινηθεί η Κυβέρνηση για να καλυτερεύσουν οι δείκτες των οικονομικών μεγεθών.

Συνοπτικά στην έκθεση προτείνονται μια σειρά μέτρων τα οποία θεωρούνται αναγκαία για να βελτιωθεί η «απόδοση και ευελιξία» στην αγορά εργασίας ενώ, σύμφωνα με την φιλοσοφία των συντακτών της έκθεσης, επιλέγονται 5 βασικές δομικές προτεραιότητες για δράση και προτείνονται συγκεκριμένα μέτρα για αυτές. Οι προτεραιότητες αυτές είναι:

  • η λήψη μέτρων κατά του φαινομένου των πρόωρων συνταξιοδοτήσεων καθώς επίσης και η μείωση του ύψους των συντάξεων,
  • ο περιορισμός του εργατικού κόστους μέσω της μείωσης των εργοδοτικών εισφορών αλλά και η μείωση των κατώτατων μισθών για να «διευκολυνθούν» οι νέοι να εισέλθουν στην αγορά εργασίας
  • οι πολιτικές προστασίας της απασχόλησης όπου προτείνεται η μείωση των αποζημιώσεων όσων εργαζομένων απολύονται και η παροχή φορολογικών μέτρων για την ενίσχυση των ασθενέστερων

καθώς επίσης και

  • Η λήψη μέτρων για την περαιτέρω απελευθέρωση της αγοράς στον τομέα των μεταφορών (ακτοπλοϊκών, οδικών, σιδηροδρομικών, αεροπορικών)
  • Η μεταρρύθμιση της ανώτατης εκπαίδευσης για την οποία οι ερευνητές του ΟΟΣΑ διατηρούν ερωτηματικά για την αποτελεσματικότητα του δημόσιου χαρακτήρα τους και εισηγούνται την σύνδεση της χρηματοδότησής τους με τον βαθμό αποδοτικότητάς τους καθώς φυσικά και την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων.

Περίληψη και βασικά σημεία της έκθεσης δημοσιεύονται στο site του ΟΟΣΑ

http://www.oecd.org/document/8/0,2340,en_2649_201185_38489288_1_1_1_1,00.html

Μ.Κ. 31.5.2007


Για την συγκεκριμένη έκθεση, η ΓΣΕΕ εξέδωσε την παρακάτω ανακοίνωση (δημοσιεύθηκε στην Ναυτεμπορική)

http://www.naftemporiki.gr/news/static/07/05/31/1340806.htm) :

«Οι υποδείξεις του ΟΟΣΑ είναι απαράδεκτες μία προς μία από οικονομική και κοινωνική άποψη. Η ΓΣΕΕ απορρίπτει στο σύνολο της την έκθεση του ΟΟΣΑ και δηλώνει προς κάθε κατεύθυνση ότι όποιος επιχειρήσει να περάσει τέτοιες πολιτικές θα συναντήσει την ενωμένη και σθεναρή αντίδραση όλων των εργαζομένων

Επί χρόνια ο ΟΟΣΑ προωθεί την εξωφρενική αντίληψη ότι για τα προβλήματα της οικονομίας την ευθύνη έχουν οι εργαζόμενοι και γι’ αυτό πρέπει να πληρώσουν με πρόσθετες απώλειες των δικαιωμάτων τους. Ουδεμία πρόταση υπάρχει που να αφορά υποχρεώσεις των επιχειρήσεων. Αντίθετα τα κέρδη τους όσο και τα δικαιώματα τους θεωρούνται απαραβίαστα.

Το άκρως επικίνδυνο είναι ότι αυτές οι νεοφιλελεύθερες επιλογές δικαιολογούνται ή υιοθετούνται από την Κυβέρνηση με συνέπεια να οδηγούμαστε σε μια νέα φάση μιας αντεργατικής επέλασης»


25.5.07

Εισήγηση του γενικού εισαγγελέα του ευρωδικαστηρίου κατά του κοινωνικού ντάμπινγκ

Με δύο εισηγήσεις του σε αντίστοιχες υποθέσεις ο γενικός εισαγγελέας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου υποστηρίζει την άποψη ότι «οι συνδικαλιστικές οργανώσεις μπορούν με συλλογικές δράσεις τους που επιδιώκουν την επίτευξη σκοπών γενικού συμφέροντος και είναι αναλογικές, να αναγκάσουν έναν παρέχοντα υπηρεσίες άλλου κράτους μέλους να δεχτεί τα όρια μισθού που προβλέπει μια συλλογική σύμβαση στο κράτος που αυτός αναπτύσσει την επιχειρηματική δραστηριότητά του». Η εισήγηση αυτή, έρχεται σε αντίθεση με την βασική αρχή της οδηγίας Μπολκενστάιν "ο παρέχων υπηρεσίες, προκειμένου να διαθέσει τις υπηρεσίες του σε οποιοδήποτε κράτος - μέλος, αρκεί να σέβεται τη νομοθεσία της χώρας, την οποία έχει σαν έδρα η εταιρία του" και αποσυμπιέζει την γενικευμένη τάση «εξίσωσης προς τα κάτω» των εργασιακών δικαιωμάτων.

Υπενθυμίζουμε ότι η οδηγία Μπολκενστάιν, επί της ουσίας, θεσμοθετεί στην Κοινότητα το «κοινωνικό ντάμπινγκ», δηλαδή την ελευθερία εγκατάστασης μιας επιχείρησης σε άλλη χώρα - μέλος με τη διατήρηση των εργασιακών προδιαγραφών της χώρας προέλευσης. Έτσι οι εργασιακές σχέσεις γυρίζουν, χάριν του νέο-φιλελευθερισμού, ήδη πριν τον Διαφωτισμό, πριν την Γαλλική επανάσταση, κατευθείαν στον μεσαίωνα, εφόσον αν επαναλάβουμε τον Ρουσώ από το «Το κοινωνικό συμβόλαιο» του 1762 «μεταξύ αδύναμων και δυνατών ο νόμος απελευθερώνει, ενώ η ελευθερία καταπιέζει» βρίσκουμε ότι οι οδηγίες της Ε.Ε. του 21ου αιώνα, επιτρέπουν την ελευθερία στο κεφάλαιο να επιλέγει εκείνους τους νόμους που το εξυπηρετούν, κάτι που δεν μπορεί φυσικά να κάνει ο εργαζόμενος.

Κάτω από το πρίσμα αυτό, η εισήγηση του γενικού εισαγγελέα του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου ο οποίος υποστηρίζει ότι «η προστασία του δημοσίου συμφέροντος που σχετίζεται με την κοινωνική πολιτική και τα θεμελιώδη δικαιώματα μπορεί, εφόσον δεν ξεπερνάει τα αναγκαία όρια, να δικαιολογήσει ορισμένους περιορισμούς στην ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων», είναι χρήσιμη εφόσον απορρυθμίζει την ουσία της οδηγίας Μπολκενστάιν.


Μ.Κ. 25.5.2007


Νόμιμη η απεργία στη Σουηδία κατά Λετονικής εταιρείας

Τον Μάιο του 2004 η εταιρεία της Λετονίας Λαβάλ, απέσπασε εργαζόμενους από τη Λετονία για την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών στη Σουηδία για την ανέγερση ενός σχολικού κτιρίου. Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ αυτής της εταιρείας και του σουηδικού συνδικάτου των οικοδόμων δεν κατέληξαν σε μια συμβιβαστική συμφωνία για το ύψος των μισθών των Λετονών οικοδόμων που είχαν πάει να εργαστούν στη Σουηδία. Αποτέλεσμα ήταν η γενική απεργία όλων των Σουηδών εργαζομένων αυτής της Λετονικής εταιρείας, η οποία άσκησε αγωγή ζητώντας να κηρυχθεί παράνομη αυτή η συνδικαλιστική δράση που παρέλυσε τα εργοτάξιά της. Ο γενικός εισαγγελέας υποστηρίζει στην εισήγησή του ότι ορθώς εφαρμόζεται το κοινοτικό δίκαιο (οδηγία 96/71) από τη Σουηδία και ορθώς αυτή η χώρα θέλει την ίση μεταχείριση μεταξύ σουηδικών και αλλοδαπών επιχειρήσεων και των συλλογικών συμβάσεων που έχουν υπογράψει με τα συνδικάτα, ιδίως δε αυτών που αναφέρονται στην ανάγκη χορήγησης του μισθού στο ύψος που έχει καθοριστεί με συλλογική σύμβαση και εφαρμόζεται ντε φάκτο από όλες τις σουηδικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον ίδιο τομέα με τη Λετονική Λαβάλ. Επιπλέον ο γενικός εισαγγελέας τονίζει ότι οι συνδικαλιστικές κινητοποιήσεις ορθώς έγιναν, διότι αυτές απέβλεπαν σε στόχους γενικού συμφέροντος, όπως είναι η προστασία των εργαζομένων και η καταπολέμηση του κοινωνικού ντάμπινγκ.
Από την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου θα κριθεί αν οι κανόνες της εσωτερικής αγοράς θα ισχύουν ανεξάρτητα από τους εθνικούς νόμους ή αν αυτοί θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη ελάχιστα όρια προστασίας των εργαζομένων, σύμφωνα με τις ισχύουσες στις περισσότερες κοινοτικές χώρες προδιαγραφές. Η Κομισιόν υποστήριξε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο την κοινοτική νομοθεσία, ενώ η σουηδική κυβέρνηση τόνισε ότι αυτές συνιστούν κεντρικό και ουσιαστικό στοιχείο του κοινωνικού μοντέλου της χώρας.


Για τα πλοία στη Φινλανδία

Ανάλογη εισήγηση έχει υποβάλει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ο γενικός εισαγγελέας σε μια άλλη υπόθεση που αφορά φινλανδική εταιρεία φεριμπόουτ που άλλαξε τη σημαία της με την εσθονική προκειμένου να απολύσει τους Φινλανδούς εργαζομένους και να προσλάβει Εσθονούς με πολύ μικρότερους μισθούς. Η Διεθνής Ομοσπονδία Εργαζομένων στις Μεταφορές κάλεσε τις εθνικές οργανώσεις μέλη της να μη διαπραγματευτούν με τη φινλανδική ναυτιλιακή εταιρεία με αποτέλεσμα να μην μπορέσει αυτή να υπογράψει συλλογική σύμβαση εργασίας με τα ναυτεργατικά συνδικάτα της Εσθονίας και να ματαιώσει τη μετανηολόγηση του πλοίου της.

Ο γενικός εισαγγελέας και σ' αυτή την περίπτωση υποστηρίζει ότι η προστασία του δημοσίου συμφέροντος που σχετίζεται με την κοινωνική πολιτική και τα θεμελιώδη δικαιώματα μπορεί να δικαιολογήσει ορισμένους περιορισμούς στην ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, εφόσον αυτό δεν ξεπερνάει τα αναγκαία όρια. Υπενθυμίζεται ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ακολουθεί κατά κανόνα τις προτάσεις του γεν. εισαγγελέα του και αναμένεται να εκδώσει τις δύο αποφάσεις του μέσα στο αμέσως προσεχές διάστημα.

Πηγή: Αυγή 23.5.2007, ρεπορτάζ του Γ. Δαράτου

14.5.07

Τα ασφαλιστικά ταμεία και ο "φόρος Tobin"

Με αφορμή τις "περιπέτειες" των αποθεμάτων των ασφαλιστικών ταμείων στο διεθνές τραπεζικό σύστημα, υπενθυμίζουμε την πρόταση εισαγωγής ενός μικρού φόρου (0,1 ~ 0,5%) στις κινήσεις κεφαλαίου στις διεθνείς αγορές συναλλάγματος που πρότεινε για πρώτη φορά το 1972 ο Νομπελίστας Οικονομολόγος James Tobin ως μηχανισμό περιορισμού της κερδοσκοπίας.

Η πρόταση αυτή, θα μπορούσε να υιοθετηθεί από το συνδικαλιστικό κίνημα, συμπληρωματικά ή και παράλληλα στην πρόταση για "επιστροφή των κλεμμένων" μια και θεσμοθετεί έναν αποτελεσματικό, εναλλακτικό τρόπο για την χρηματοδότηση των ταμείων των εργαζομένων.

Περισσότερες πληροφορίες στο http://en.wikipedia.org/wiki/Tobin_tax


Επίσης, για πληρέστερη ενημέρωση, παραθέτουμε άρθρο του Χρήστου Τριανταφύλλου, το οποίο δημοσιεύθηκε στο τεύχος 45 του Μαρτίου 1999 του περιοδικού «ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ» του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ.

Μ.Κ.

ΦΟΡΟΣ ΤΟΒΙΝ: ΜΙΑ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΕΡΙΟΣΜΟ ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΙΑΣ

Η πλήρης ελευθερία στην κίνηση των κεφαλαίων, οι φορολογικοί παράδεισοι και η εκρηκτική αύξηση των κερδοσκοπικών συναλλαγών καταδικάζουν τις διάφορες κυβερνήσεις σε ένα ανταγωνισμό για την προσέλκυση επενδυτών και κεφαλαίων.

Αυτή η πτυχή της παγκοσμιοποίησης που αφορά τις χρηματιστικές συναλλαγές μειώνει όλο και περισσότερο την φορολογητέα ύλη των κρατών λόγω της αυξημένης κινητικότητας του κεφαλαίου με αποτέλεσμα να αυξάνεται κατά την τελευταία εικοσαετία η φορολογική επιβάρυνση του συντελεστή εργασία ή /και να συρρικνώνονται οι δημόσιες δαπάνες, ενώ παράλληλα αυξάνονται οι ανάγκες σε επίπεδο κοινωνικής προστασίας στις αναπτυγμένες χώρες. Κατά καιρούς, διάφορα εθνικά νομίσματα δέχονται καταστροφικές κερδοσκοπικές επιθέσεις, με σοβαρές επιπτώσεις στην πραγματική οικονομία των αντίστοιχων χωρών και αλυσιδωτές επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία.

Η φορολόγηση των χρηματιστικών εισοδημάτων αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση προκειμένου να σταματήσει να μεταφέρεται το φορολογικό βάρος στην εργασία, να περιορισθεί η οικονομική αστάθεια και η διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων.

Απαιτούνται επομένως μηχανισμοί αποτρεπτικού χαρακτήρα στην πλήρη ελευθερία μετακίνησης των κεφαλαίων και στην κερδοσκοπία .Ενας από αυτούς είναι και ο φόρος Τobin - που φέρει το όνομα του James Tobin, βραβείο Νόμπελ οικονομίας το 1981 - ο οποίος πρότεινε για πρώτη φορά το 1972, μία μορφή φορολόγησης του κεφαλαίου που αφορά συγκεκριμένα τις κινήσεις κεφαλαίων στην αγορά συναλλάγματος, με βασικό στόχο τον περιορισμό της κερδοσκοπίας που γίνεται πάνω στα νομίσματα και την αύξηση της αυτονομίας των κυβερνήσεων σε επίπεδο μακροοικονομικής πολιτικής . Πρόκειται για μία πρόταση που επανέρχεται κατά καιρούς στην επικαιρότητα, κυρίως, σε περιόδους νομισματικών κρίσεων (το 1992 και 1993 με τις ευρωπαϊκές νομισματικές κρίσεις, το 1994 με την μεξικανική κρίση , και κυρίως πρόσφατα με την ασιατική κρίση)

Σύμφωνα με την Τράπεζα Διεθνών Συναλλαγών, στις αγορές συναλλάγματος ο όγκος των συναλλαγών έφτανε το 1995 τα 1300 δισ. δολάρια ημερησίως έναντι 18 δισ. στις αρχές της δεκαετίας του 70. Συγκριτικά, ο ετήσιος όγκος του διεθνούς εμπορίου σε αγαθά και υπηρεσίες δεν είναι παρά 4300 δισ. δολάρια. Επιπλέον το 80% των συναλλαγών στην αγορά συναλλάγματος έχουν διάρκεια εφτά ημερών ή λιγότερο, ενώ στις περισσότερες περιπτώσεις οι μετακινήσεις γίνονται μέσα στην ίδια ημέρα. Σύμφωνα με παλαιότερη εκτίμηση της ίδιας Τράπεζας, το 1992 λιγότερο από το 3% του ημερήσιου όγκου στις αγορές συναλλάγματος -1200 δισ. δολάρια- αφορούσε σε συναλλαγές προϊόντων.

Ο φόρος Tobin μπορεί να συμβάλει στην μείωση των διακυμάνσεων των ισοτιμιών και της αστάθειας των αγορών και να αυξήσει την αυτονομία των κυβερνήσεων σε επίπεδο νομισματικής πολιτικής, ενώ παράλληλα τα τεράστια ποσά που διακινούνται ακόμη και αν φορολογηθούν με ένα πολύ μικρό ποσοστό μπορούν να επιφέρουν σημαντικά φορολογικά έσοδα.

Ο Τobin θεωρεί ότι η φορολόγηση των συναλλαγών στις αγορές συναλλάγματος είναι ένας τρόπος να “εισαχθεί ένας κόκκος άμμου στα γρανάζια εξαιρετικά αποτελεσματικών εργαλείων”. Ένας φόρος της τάξης του 0,5% επιβαρύνει κυρίως τις βραχυπρόθεσμες επιδρομές στις ξένες αγορές νομίσματος και αυτό το ποσοστό γίνεται μεγαλύτερο όσο μειώνεται η διάρκεια της επιδρομής. Η επιβάρυνση αυτή αντιπροσωπεύει αμελητέα ποσότητα για τις μακροχρόνιες επενδύσεις σε τίτλους ή τις άμεσες επενδύσεις σε άλλες χώρες και είναι εξαιρετικά ισχνή αν συγκριθεί με τα συνήθη εμπορικά κόστη ή το κόστος μεταφοράς για να επηρεάσει αρνητικά το εμπόριο προϊόντων.

Κατά συνέπεια ένα τέτοιο σύστημα έχει το πλεονέκτημα να στρέφεται ενάντια στις βραχυπρόθεσμες μετακινήσεις κεφαλαίων κερδοσκοπικού χαρακτήρα χωρίς να επηρεάζει τις μακροχρόνιες μετακινήσεις, το οποίο όμως απαιτεί μια συναίνεση σε διεθνές επίπεδο δύσκολα επιτεύξιμη, λόγω εμποδίων κυρίως πολιτικής παρά τεχνικής φύσεως. Ο μηχανισμός εμπεριέχει μία ιδέα που έρχεται σε αντίθεση με τις βασικές αρχές του νεοφιλελευθερισμού δηλαδή την μείωση των φόρων, την περαιτέρω απελευθέρωση των χρηματιστηριακών συναλλαγών και γενικότερα των αγορών καθώς και την μείωση του ρόλου του κράτους.

Πρακτικά, ο μηχανισμός του Τobin αφορά την επιβολή ενός φόρου στις αγορές και πωλήσεις νομισμάτων σε παγκόσμιο επίπεδο, με ένα ενιαίο ποσοστό που θα εφαρμόζεται στην πηγή της συναλλαγής, ενώ παράλληλα ένας πολυμερής οργανισμός, όπως το ΔΝΤ ή η Τράπεζα Διεθνών Συναλλαγών, θα ορίζει το ύψος του φόρου, θα επιβλέπει την τήρηση της εφαρμογή του σε εθνικό επίπεδο και θα έχει την δυνατότητα να επιβάλει κυρώσεις στις χώρες που δεν τηρούν το μέτρο.

Στην κριτική της πρότασης του ως μη ρεαλιστικής, ο Τobin παρατηρεί ότι μία άλλη πολυμερής οργάνωση η GATT, έχει καταφέρει να υιοθετήσει σε ικανοποιητικό βαθμό κανόνες διεθνούς συμπεριφοράς ακόμη πιο σύνθετους.

Σε ότι αφορά στο επιχείρημα ότι η ύπαρξη φορολογικών παραδείσων αποτελεί εμπόδιο στην επιτυχία του εγχειρήματος, πρέπει να σημειωθεί ότι η μεταφορά κεφαλαίων σε διεθνές επίπεδο είναι σε μεγάλο βαθμό συγκεντρωμένη και ελεγχόμενη από τις κεντρικές τράπεζες, τις οργανωμένες αγορές και τους διεθνείς οργανισμούς συμψηφισμού, με αποτέλεσμα η συνεργασία των φορέων αυτών να είναι σε θέση να μειώσει δραστικά τον ρόλο των φορολογικών παραδείσων. ?πιπλέον, οι χώρες του ΟΟΣΑ έχουν τα μέσα να επιβάλουν την αλλαγή της νομοθεσίας με την εφαρμογή φόρου ποινής στην είσοδο και έξοδο κεφαλαίων από και προς τους φορολογικούς παραδείσους που αποτελούν χώρους φοροδιαφυγής και ξεπλύματος χρήματος

Εκτός από τους αρχικούς στόχους του φόρου Τobin - αύξηση στην αυτονομία άσκησης μακροοικονομικής πολιτικής και νομισματική σταθερότητα - ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον προκαλεί η ικανότητα του να δημιουργήσει έσοδα για τις κυβερνήσεις σε μια εποχή που δυσκολεύονται να μειώσουν τα ελλείμματα τους και σε μία περίοδο όπου οι διεθνείς οργανισμοί αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα έλλειψης πόρων.

Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι σύμφωνα με μία εκτίμηση της Διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη (UNCTD) που βασίζεται στην υπόθεση ότι ο ημερήσιος όγκος συναλλαγών στην αγορά συναλλάγματος ανέρχεται σε 1000 δισ. δολάρια, το προϊόν του φόρου Τobin με ποσοστό 1% θα ανερχόταν σε 720 δισ. Δολάρια.

Τα έσοδα του φόρου θα μπορούσαν να εισρέουν σε ένα κοινό Ταμείο που θα το ελέγχει είτε το ΔΝΤ είτε η Παγκόσμια Τράπεζα είτε μία άλλη δημοκρατική δομή υπό των έλεγχο των Ηνωμένων Εθνών και να διατεθούν για διεθνείς σκοπούς (καταπολέμηση της φτώχειας και της επιδείνωσης του περιβάλλοντος, προώθηση της εκπαίδευσης και της υγείας στις φτωχές χώρες κ.λ.π.)

Αξίζει να σημειωθεί ότι η τελευταία έκθεση του Προγράμματος των Ηνωμένων Εθνών για την Ανάπτυξη (UNPD) eκτιμά σε 40 δισ. δολάρια τους αναγκαίους πόρους για την κάλυψη του συνόλου των βασικών αναγκών για τους πληθυσμούς των υπό ανάπτυξη χωρών (τροφή, πόσιμο νερό, υποδομές υγιεινής, εκπαίδευση, υγεία)

Με πρωτοβουλία της Monde Diplomatique dημιουργήθηκε το 1998 από συνδικάτα, οργανώσεις και διάφορα έντυπα ο “σύλλογος για την φορολόγηση των χρηματιστικών συναλλαγών και την βοήθεια προς τους πολίτες” (ΑTTAC) και έχει ξεκινήσει στην Γαλλία και σε άλλες χώρες της Ευρώπης μία δημόσια συζήτηση - μεταξύ άλλων- σχετικά με τους πρακτικούς τρόπους εφαρμογής του φόρου ΤΟΒΙΝ και κυρίως μία σειρά από ενέργειες με στόχο την ευαισθητοποίηση των πολιτών για την άσκηση πίεσης στις διάφορες κυβερνήσεις.

Ο φόρος Τobin δεν αποτελεί πανάκεια αλλά εφαλτήριο για μια συνολική μεταρρύθμιση του χρηματιστικού συστήματος και απαιτείται περαιτέρω εμβάθυνση των εργαλείων που θα επιτρέψουν την διαμόρφωση άλλων μέτρων για την επέκταση του φορολογίας και σε άλλες χρηματιστικές πράξεις. Αποτελεί όμως ένα πρώτο βήμα για την οικοδόμηση μιας παγκόσμιας οικονομίας όπου η οικονομική ανάπτυξη θα συμβαδίζει με την κοινωνική δικαιοσύνη και την αναδιανομή του εισοδήματος.